Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013



Γιάννης Μακριδάκης

Επέστρεψα στο χωριό. Δυο μέρες στην εορταστική Αθήνα ήταν αρκετές για να μου υπενθυμίσουν τι πα να πει κατάθλιψη. Έφυγα τρέχοντας κι ελπίζω να στρώσω, να συνέλθω, να γειάνω με το ξημέρωμα της αυριανής μέρας, που θα βγω το χωράφι και στο βουνό.
Τέτοιο βάρος ασήκωτο στο στήθος, τόση θλίψη, είχα να νιώσω πολλά χρόνια. Δεν αντέχεται τόση υποκρισία και τόση ελαφρότητα, όση αντίκρισα γύρω μου στην χριστουγεννιάτικη πρωτεύουσα. Ο Τιτανικός βουλιάζει και οι κυρίες και κύριοι του μεσαίου πατώματος φτιάχνουν τα νύχια τους, κάνουν τα ψώνια τους, κόβουν βόλτες, ετοιμάζουν τα τραπέζια τους, την ίδια στιγμή που στο κάτω πάτωμα υπάρχουν πτώματα και η στάθμη των υδάτων ολοένα ανεβαίνει. Αυτοί απλά ελπίζουν πως κάποιος, ο Σαμαράς πχ, θα βουλώσει την τρύπα και θα σταματήσουν τα νερά να ανεβαίνουν, όσους πνίξανε πνίξανε, τι να κάνουμε, ας είχανε φροντίσει, ας είχανε κάνει τα κουμάντα τους να σωθούνε.
Πολλοί απ’ τους διασκεδαστές κάνουν και την ετήσια φιλανθρωπία τους (ως ανώτεροι του ανθρώπου, είναι φιλάνθρωποι) πετώντας μια σακούλα φαϊ ή κάνα ρούχο στον σωρό που έστησε ο Καμίνης στο Σύνταγμα για να τον προβάλει το τηλεοπτικό δίκτυο που στηρίζει εδώ και χρόνια την εξαθλίωση.
Πριν μερικές δεκαετίες, όταν είχε πένθος ο γείτονας δεν ανοίγαμε ούτε το ραδιόφωνο γιατί ήτανε ντροπή ο άλλος να πενθεί κι εσύ να να διασκεδάζεις. Σήμερα οι Έλληνες στην πλειονότητά τους είναι πλέον ιδιώτες τελειωμένοι και χωρίς καμία πιθανότητα ανάκαμψης. Κανέναν δεν ενδιαφέρει ο πόνος και το πένθος του άλλου. Σε κάθε τετράγωνο της μεγαλούπολης η δυστυχία είναι παρούσα μαζί με την γελοιότητα της δήθεν ευμάρειας, που είτε αδιαφορεί ξεδιάντροπα για την δυστυχία είτε την ελεεί, μέρες που είναι, για να ξεμπερδεύει μια και καλή με όλα.
Και όλα αυτά βεβαίως προδίδουν ξεκάθαρα για ποιον λόγο είμαστε εδώ που είμαστε, για ποιον λόγο ακολουθούμε αυτές τις πολιτικές ξεπουλήματος των πάντων για να σώσουμε τα τομάρια μας και, το χειρότερο, αποδεικνύουν ότι υπάρχει ακόμα αρκετό ανθρώπινο λίπος, για να ξεσκίσουν οι Αγορές. Δεν έχουμε τελειώσει.
Νύχτα λοιπόν και με στήθος βαρύ κι ασήκωτο έφτασα πίσω στο χωριό. Ο Μάρτης με υποδέχτηκε φιλώντας μου τα χέρια, λες κι είναι άνθρωπος κι εγώ φιλάνθρωπος που του δωσα ελεημοσύνη.

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

Γειά σου ρε Έλληνα



Γειά σου ρε Έλληνα. Πάλι για τα φράγκα σου φωνάζεις…

Στάσου για λίγο στα κράσπεδα της δικής μας ζωής. Της κοινής. Της τετριμμένης. Της περαστικής. Της ζωής που ξεδιπλώνεται πλησίστια ανάμεσα στις αποφάσεις και τις πράξεις ενός φευγαλέου «ένθεν» και τις προσδοκίες και τα όνειρα ενός μακρινού «εκείθεν». Απλησίαστου τις περισσότερες φορές, μιας και ο πήχυς πάντα μπαίνει λίγο ψηλότερα από το ύψος που μπορεί να αντέξει, αλλά συνάμα τόσο αναγκαίου. Για να ορίζει το μέτρο, το οποίο με τη σειρά του μας ορίζει. Της ζωής όπου περνάμε όλοι μας τις περισσότερες στιγμές μας με το να στιβάζουμε πρόχειρα ανωφελείς συνήθειες, να καταστρώνουμε περίτεχνους κριούς για να αλώσουμε το θαυμασμό των γύρω, να μεγαλώνουμε τους «κατ´ εικόνα» απογόνους μας και να μοιρολογούμε τους «καθ´ ομοίωσιν» προγόνους, να λογαριάζουμε ανεξόφλητους λογαριασμούς και να ξοφλάμε ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις. Εκεί, όπου οι λεπτοδείκτες της ζωής, μας σπρώχνουν δίχως βιάση στους ακροτελεύτιους στίχους μας.
Και εμείς εκεί. Να προσμένουμε την εκπλήρωση των υψηλών μας στόχων με τασυμπαρομαρτούντα εύγε και να χάνουμε το σήμερα, με τις πληθωρικές στιγμές του. Εκεί, όπου τα μεσημέρια μας κατάντησαν διαλείμματα ανάμεσα σε τρέχουσες ανάγκες. Να σπουδάσω. Να εργαστώ. Να διοριστώ. Να αυξήσω το μισθό μου. Να αγοράσω. Να μεγαλώσω τα παιδιά μου. Να εξασφαλίσω το μέλλον τους. Να μισθοδοτήσω τα γηρατειά μου. Α, να μην ξεχάσω φεύγοντας να πάρω και τα φάρμακά μου. Αυτά δεν τα υπολόγισα. Βάλτα και αυτά στον λογαριασμό των οικείων μας ρημάτων. Των κοινών. Των τετριμμένων. Των περαστικών.
Για τα ρήματα αυτά στηνόμαστε στις κοινές αφετηρίες και για ένα μικρό προβάδισμα στη χρήση τους ξεχυνόμαστε στο αγωνιώδες κατοστάρι. Και στα ακρόστιχα καθώς φτάνουμε, κοιταζόμαστε για λίγο και συνειδητοποιούμε πως γεράσαμε. Όλοι μας το ίδιο. Κοινές ρυτίδες, κοινές αρτηρίες βουλωμένες, κοινές άνοιες, κοινές φαλάκρες. Ένα διαολεμένο κατοστάρι για να πανηγυρίσει το πιο γρήγορο χούφταλο την πρώτη θέση. Και η ζωή; Οι στιγμές της; Άστες αυτές. Ξεχάσαμε να τις βάλουμε στην γκλαμουράτη τσάντα και τώρα πετάμε για τας εξωτικάς Ευρώπας. Στον γυρισμό. Και ο γυρισμός ποτέ δεν έρχεται. Γιατί είμαστε μια ζωή φευγάτοι.
Σαν σταθείς, λοιπόν, εκεί και αντικρύσεις τις ζωές μας από τη χρήσιμη απόσταση του τρίτου προσώπου, του απ´ έξω,  θα συνειδητοποιήσεις τα σφιχτά χρονοδιαγράμματα και θα εξοργιστείς γιατί αυτή τη λιγοστή  συρμαγιά που σου χαρίστηκε, στη σπαταλάνε κάθε τόσο ανόητοι και ανεύθυνοι. Γελωτοποιοί και σαλτιμπάγκοι.  Χρόνος πολύς δεν σου απέμεινε και έχεις κουραστεί να κουνάς το δάχτυλό σου στον απέναντι για τις επιλογές του. Γιατί και αυτός το ίδιο κάνει. Όλοι σας, πανάθεμά σας, πάνω σε εισαγόμενες ιδέες κάθεστε. Και οι ιδέες, αυτές οι πόρνες του ορθού του λόγου , μάθανε να πηγαίνουνε με όποιον τις καλοπληρώνει. Μόλις τελειώσουνε το ηδονικό τους έργο αρπάζουν βιαστικά την αμοιβή και συγυρίζουν το ψεύτικο χαμόγελο, έτοιμο για τον επόμενο πελάτη. Δεν κακολογώ τις ιδέες. Κακολογώ την εμμονή τους.Το στριμμένο τους κεφάλι. Το σώνει και καλά να χωρέσουνε παντού και να έχουνε σε όλες τις κοινωνιες των ανθρώπων την ίδια πάντα γνώμη.
«Τι πρόβλημα έχετε οι Έλληνες; Ύφεση; Μισό λεπτό. Την έχω στο τσεπάκι μου τη λύση. Χαμήλωμα των φορολογικών συντελεστών». «Μα, αν τους χαμηλώσω θα αυξήσω την κατανάλωση και αυτό θα επιδεινώσει το εμπορικό μου ισοζύγιο». «Κατάλαβα, κατάλαβα πολίτες χαλασμένοι. Αστο, σου έχω καλύτερη λύση. Μισθοί πείνας στον ιδιωτικό τομέα. Να τσακίσουμε την κατανάλωση και να αλλάξει το παραγωγικό σας μοντέλο. Θα πετάξουμε και κάτι ακαταλαβίστικα για τόνωση της ανταγωνιστικότητας και ούτε γάτα ούτε ζημιά». «Μα», ψελίζεις πάλι εσύ, «υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω. Ζωές. Πώς να τσακίσω τους μισθούς δίχως να τσακίσω και δαύτες;» «Αστους να λένε», πετάγεται ο διπλανός «εμένα ακού. Αυτοί από καιρό το έχουν χάσει και δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Μεγάλωσε το κράτος σου και δώσε και αυξήσεις. Ο Κέυνς θα φροντίσει για την ανάπτυξή σου». «Μα», ξαναψελίζεις πάλι εσύ ο έρμος, «αν ρίξω λεφτά σε ένα ΑΕΠ που το 75% του είναι κατανάλωση ζωγραφίζω φαύλους κύκλους». «Ωχ μωρέ αδερφάκι μου. Πολύ το λιβανίζεις». «Μεγάλε, εδώ. Άκου εμένα. Κοινωνικοποίησε τα πάντα. Στο εργατικό προλετάριο βρίσκεται η λύση». Απυηδυσμένος δεν αντέχεις άλλο και ξεσπάς. «Ποιο προλετάριο μωρε . Ένα μάτσο υπαλλήλους γραφείων έχω και μερικούς συνταξιούχους. Που να το βρώ το εργατικό προλετάριο για να μου φτιάξουν τις χίμαιρές σας;»
Στο διάολο, λοιπόν, οι ιδέες σας. Στο διάολο οι καλογραμμωμένοι σας κομμουνισμοί απ´ την πολύ γυμναστική, οι στενοκέφαλοι και ανεπίδεκτοι μαθήσεως καπιταλισμοί σας και οι ανεκπλήρωτοι σοσιαλισμοί των εφηβικών σας χρόνων. Στο διάολο οι έτοιμες οι συνταγές  και τα προκάτ μοντέλα. Εδώ είναι Βαλκάνια. Και απ´ τα Βαλκάνια όταν γουστάρουμε κινούμε για να αναστατώσουμε ολάκερο τον κόσμο. Ήρθε ο καιρός να φτιάξουμε μονάχοι μας τη δική μας κοινωνία, που θα έχει ως θεμέλιά της την αλήθεια της κοινής λογικής, την πρωτοκαθεδρία του αυτονόητου και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.
Μια κοινωνία η οποία θα επαναφέρει το δίκαιο στη θέση που του αρμόζει. Που θα φτιάχνει νόμους για να τους τηρεί και όχι για να τους περιφέρει από εφετείο σε εφετείο. Που θα διδάσκει στα σχολεία της το σεβασμό στους νόμους και όχι τις γρήγορες τις συνταγές για το πώς θα γίνουμε φραγκάτοι παπαγάλοι. Που θα διασφαλίζει την ισότητα απέναντι στον νόμο και θα επιβάλλει τις κυρώσεις του ανεξαρτήτως θέσης και τιμής του εναγόμενου και όχι μια κοινωνία που θα ανέχεται το ετεροβαρές της τιμωρίας και θα ανοιγοκλείνει υποκριτικά τα μάτια της ανάλογα με τους μέδιμνους που κουβαλάει ο καθένας μες στις τσέπες του.
Μια κοινωνία η οποία θα σέβεται το δημόσιο χώρο της και η οποία θα προτιμά να λείψουν λίγες θερμίδες παραπάνω από τα μεσημεριανά τραπέζια των παχύσαρκων παιδιών της παρα λίγα δράμια μεγαλοπρέπειας απο τα δημόσια κτίσματά της. Μια κοινωνία που θα μαθαίνει στα βλαστάρια της να περιφρουρούν τα ξύλινα θρανία και τους μεταλλικούς τους μαυροπίνακες και όχι τις πορείες και τις συγκεντρώσεις.
Μια κοινωνία στην οποία κράτος πρόνοιας θα σημαίνει «πάω στον γιατρό για μια ίωση και φεύγω με τη διάγνωση αυτή γραμμένη στο λευκό χαρτί μου και με οδηγίες θεραπείας, ξεκούραση και μπόλικα αφεψήματα από βουνίσιο τσάι». Όχι πάω στο γιατρό με ίωση και φεύγω με διπλή αντιβίωση για πιθανή πνευμονία, με εισπνεόμενο για να ανοίξουν οι ήδη ανοιχτοί μου βρόγχοι, με σιροπάκι για τα πυκνά μου φλέγματα και ένα φασονάκι για το στομάχι μην τυχόν και με πειράξει η αντιβίωση. Μια κοινωνία που το γιατρό αυτό θα τον αποκαλεί δημόσια ηλίθιο και κομπογιαννίτη και όχι μια κοινωνία που θα κρύβεται πίσω από Κουίσλινγκ, Γκαουλάιτερ και Τρόικες προκειμένου να μην εξορθολογιστεί ποτέ η φαρμακευτική της δαπάνη.
Μια κοινωνία η οποία θα είναι περήφανη για τους παραγωγούς της και θα επιλέγει συνειδητά την αγορά των προιόντων τους. Όχι μια κοινωνία που θα τους χτυπάει στην πλάτη με φενακισμένη συγκατάβαση και θα αναρτά στους διαδικτυακούς της τοίχους πολύχρωμες φωτογραφίες με made in greece προτροπές και την αμέσως επόμενη στιγμή θα απλώνει το χέρι της στα αγαθά των ξένων. Αλλα και μια κοινωνία της οποίας οι παραγωγοί θα μάθουν να σέβονται τον καταναλωτή και να βελτιώνουν συνεχώς τα προϊόντα τους. Να πιάνονται χέρι-χέρι, να συνεταιρίζονται και να μεγαλουργούνε.
Μια κοινωνία η οποία δεν θα αναζητά την ποιότητα μονάχα για να της γράφει «Άξιον Εστί» και «Ημερολόγια καταστρώματος» και  να κορδώνεται έπειτα, αυτή η επαρχιώτισα, στις κοσμοπολίτικες αίθουσες των Νόμπελ αλλα μια κοινωνία που θα αναγνωρίζει και θα επιβραβεύει το «άξιον εστί» σε όλες τις πτυχές του δημόσιου βίου της  και θα κόψει την ενοχλητική συνήθεια να μην καταγράφει στα ημερολόγια της τις ξέρες των μετρίων. Που θα αποφασίσει επιτέλους να χαρτογραφήσει τους βυθούς της, ώστε να μάθουμε πόσοι και ποιοι είναι οι μαλάκες!
Μια κοινωνία η οποία θα σέβεται αυτόν που θέλει να ξεχωρίσει και να φτάσει πρώτος στον τερματισμό, αλλά και η οποία θα επιτρέπει στον αλλιώτικο, τον διαφορετικό, τον περίεργο, για τα δικά μας γούστα, να ζήσει δίχως λαχάνιασμα τη δική του ζωή. Και να τη ζήσει με αξιοπρέπεια. Μια κοινωνία η οποία θα μπορεί να κοιτάξει στα μάτια τους χιλιάδες άνεργους των Αθηνών και να τους πεί. Ηρθε ο καιρός της αντίστροφης πορείας. Να γυρίσουμε πίσω. Να επιστρέψουμε στη ρίζα μας.Δεν είναι ντροπή ο γυρισμός. Ντροπή είναι να επιμένεις να ζείς με 500 ευρώ σε ένα ακριβό μπουρδέλο. Σχέδιο έχω. Δημόσια κτήματα έχω. Πάμε….
Μια κοινωνία η οποία δε θα καταδέχεται να ξεχύνεται στους δρόμους μονάχα όταν κάποιοι της κόβουνε τους μισθούς και τις συντάξεις της.
Μια κοινωνία που θα επαναστατεί όταν μέτριοι και ατάλαντοι διδάσκουν στα σχολεία και τα Πανεπιστήμιά της και όταν ο «ανθός της νεολαίας της» αρνείται να εφαρμόσει νόμους του κράτους επειδή του μάθανε γούστο του να είναι το καπέλο του.
Μια κοινωνία που θα ξεμπροστιάζει τον ξεφτιλισμένο δήμαρχο  που φέσωσε το δήμο και απέτυχε να βελτιώσει την καθημερινότητα των δημοτών του.
Μια κοινωνία που θα εξεγείρεται όταν ένας αιρετός διορίζει σύμβουλο τον κολλητό του και ανέχεται επι σειρά ετών την προκλητική μισθοδοσία απρόσκλητων, απ´ το ΑΣΕΠ, τεμπελχανάδων .
Μια κοινωνία που θα τα παίρνει στο κρανίο με όσους συμπολίτες της φωνάζουν να φτιαχτεί αλλού ένας ΧΥΤΑ και την ίδια στιγμή ανέχονται μέσα στα σπίτια τους τα «σκουπίδια» της τηλεόρασης και του διαδικτύου.
Μια κοινωνία που θα κατακλύζει τις πλατείες της και θα διαδηλώνει για τους φοροφυγάδες γείτονές της, τους ανάπηρους αρτιμελείς της συγγενείς και τους επιδοτούμενους αναξιοπαθούντες φίλους της με τους παχυλούς τραπεζικούς λογαριασμούς .
Όχι  μια κοινωνία που θα μυξοκλαίει μια ζωή για τα κομμένα φράγκα. Και σίγουρα όχι μια κοινωνία που θα απορρίπτει μετά βδελυγμίας την ελεύθερη αγορά της χυδαίας ύλης και την ίδια στιγμή θα καταναλώνει βουλιμικά τα προϊόντα και τα δανεικά της και θα αποθεώνει τους ψυχοπονιάρικους μαρξισμούς, αυτούς που αναφώνησαν κάποτε πως τα πάντα είναι οικονομία και πως ο πολιτισμός είναι απλό καθρέφτισμα της χυδαίας ύλης. Εκατέρωθεν χυδαιότητα, λοιπόν!
Εν ολίγοις. Μου απέμειναν άλλα τόσα χρόνια ζωής. Στο περίπου πάντα. Άλλα τριάντα χρόνια για να ζήσω, να αγαπήσω, να γνωρίσω, να διαβάσω, να ταξιδέψω, να αδράξω τις ευκαιρίες μου και να τις κάνω εμπειρίες. Άλλα τριάντα χρόνια για να γνωριστώ με ρήματα αλλιώτικα από εκείνα που συνήθισα να ακούω από τους γύρω μου. Με ενοχλεί μονάχα πως για να τα ζήσω όλα αυτά πρέπει πρώτα να οργιστώ και στη συνέχεια να ακολουθήσω όλη τη γνωστή πεπατημένη της «κρεμμυδοεπανάστασης» του κώλου. Συνωστισμένα πεζοδρόμια, συνθήματα σε ανορθόγραφα πλακάτ, αναπνοές ανθρώπων να μυρίζουν, ανεγκέφαλες αδρεναλίνες, ασφυξιογόνα χημικά και μάτια να δακρύζουν. Και όλα αυτά για να ξεκουμπιστούν οι πισινοί που μπαστακώθηκαν πάνω στην ζωή μου. Και εγώ δε θέλω ούτε τους μεν να ανέχομαι, αλλά ούτε και τους δε να ακολουθήσω. Τον άλλο δρόμο ψάχνω. Γιατί μου απέμειναν άλλα τόσα χρόνια ζωής. Και επιλέγω πια να μην τα σπαταλήσω….
*Ο Τάσος Φούντογλου είναι ειδικευομενος νεφρολογίας

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Μάνος Χατζηδάκις( πηγη newsbeast)


Διαβάστε τι έλεγε πριν πολλά χρόνια ο Μάνος Χατζηδάκις


Σαν σήμερα, πριν από 18 χρόνια «έφυγε» ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες μουσικοσυνθέτες αφήνοντας πίσω του ένα σπουδαίο έργο, ο Μάνος Χατζιδάκις. Τα λόγια είναι φτωχά όταν κάποιος θέλει να μιλήσει για τον σπουδαίο μουσικοσυνθέτη. Το ογκώδες και κλασσικό έργο του, ο μοναδικός τρόπος που συνδύασε τη λόγια με τη λαϊκή μουσική αλλά και ο τρόπος που «πήρε στα χέρια του» το ρεμπέτικο τραγούδι για να του δώσει τη θέση που του αρμόζει στην ελληνική μουσική συνθέτουν έναν μεγάλο καλλιτέχνη που είχε όμως και άλλη μια ιδιότητα - αυτή του πολιτικού στοχαστή.

Ο Μάνος Χατζιδάκις έφυγε σαν σήμερα, στις 15 Ιουνίου του 1994 αφήνοντας πίσω του ένα κενό δυσαναπλήρωτο.

Αυτές τις ημέρες, ένα κείμενο που έγραψε λίγο πριν τον θάνατό του για τον εθνικισμό και το φασισμό και είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Έγραψε το κείμενο τον Φεβρουάριο του 1993, λίγους μήνες πριν τον θάνατό του, και είχε δημοσιευτεί στο πρόγραμμα αντιναζιστικής συναυλίας που είχε δώσει η Ορχήστρα των Χρωμάτων με έργα Βάιλ, Λίστ και Μπάρτον. Το ίδιο κείμενο παράλληλα είχε δημοσιευτεί και στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία)

Μάνος Χατζιδάκις: Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι

«Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία. Είναι η μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενισχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του.

Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια. Όμως μια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες μη χρήσιμους για το ευτελές παιχνίδι των κομμάτων και της πολιτικής. Κι αποτελεί πολιτική «παράδοση» η πεποίθηση πως τα κτήνη, με κατάλληλη τακτική και αντιμετώπιση, καθοδηγούνται, τιθασεύονται.

Ενώ τα πουλιά… Για τα πουλιά, μόνον οι δολοφόνοι, οι άθλιοι κυνηγοί αρμόζουν, με τις «ευγενικές παντός έθνους παραδόσεις». Κι είναι φορές που το κτήνος πολλαπλασιαζόμενο κάτω από συγκυρίες και με τη μορφή «λαϊκών αιτημάτων και διεκδικήσεων» σχηματίζει φαινόμενα λοιμώδους νόσου που προσβάλλει μεγάλες ανθρώπινες μάζες και επιβάλλει θανατηφόρες επιδημίες.

Πρόσφατη περίπτωση ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μόνο που ο πόλεμος αυτός μας δημιούργησε για ένα διάστημα μιαν αρκετά μεγάλη πλάνη, μιαν ψευδαίσθηση. Πιστέψαμε όλοι μας πως σ’ αυτό τον πόλεμο η Δημοκρατία πολέμησε το φασισμό και τον νίκησε. Σκεφθείτε: η «Δημοκρατία», εμείς με τον Μεταξά κυβερνήτη και σύμμαχο τον Στάλιν, πολεμήσαμε το ναζισμό, σαν ιδεολογία άσχετη από μας τους ίδιους. Και τον… νικήσαμε. Τι ουτοπία και τι θράσος. Αγνοώντας πως απαλλασσόμενοι από την ευθύνη του κτηνώδους μέρους του εαυτού μας και τοποθετώντας το σε μια άλλη εθνότητα υποταγμένη ολοκληρωτικά σ’ αυτό, δεν νικούσαμε κανένα φασισμό αλλά απλώς μιαν άλλη εθνότητα επικίνδυνη που επιθυμούσε να μας υποτάξει.

Ένας πόλεμος σαν τόσους άλλους από επικίνδυνους ανόητους σε άλλους ανόητους, περιστασιακά ακίνδυνους. Και φυσικά όλα τα περί «Ελευθερίας», «Δημοκρατίας», και «λίκνων πνευματικών και μη», για τις απαίδευτες στήλες των εφημερίδων και τους αφελείς αναγνώστες. Ποτέ δεν θα νικήσει η Ελευθερία, αφού τη στηρίζουν και τη μεταφέρουν άνθρωποι, που εννοούν να μεταβιβάζουν τις δικές τους ευθύνες στους άλλους.

(Κάτι σαν την ηθική των γερόντων χριστιανών. Το καλό και το κακό έξω από μας. Στον Χριστό και τον διάβολο. Κι ένας Θεός που συγχωρεί τις αδυναμίες μας εφόσον κι όταν τον θυμηθούμε μες στην ανευθυνότητα του βίου μας. Επιδιώκοντας πάντα να εξασφαλίσουμε τη μετά θάνατον εξακολουθητική παρουσία μας. Αδυνατώντας να συλλάβουμε την έννοια της απουσίας μας. Το ότι μπορεί να υπάρχει ο κόσμος δίχως εμάς και δίχως τον Καντιώτη τον Φλωρίνης).

Δεν θέλω να επεκταθώ. Φοβάμαι πως δεν έχω τα εφόδια για μια θεωρητική ανάπτυξη, ούτε την κατάλληλη γλώσσα για τις απαιτήσεις του όλου θέματος. Όμως το θέμα με καίει. Και πριν πολλά χρόνια επιχείρησα να το αποσαφηνίσω μέσα μου. Σήμερα ξέρω πως διέβλεπα με την ευαισθησία μου τις εξελίξεις και την επανεμφάνιση του τέρατος. Και δεν εννοούσα να συνηθίσω την ολοένα αυξανόμενη παρουσία του. Πάντα εννοώ να τρομάζω.

Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι. Οι μισητοί δολοφόνοι, που βρίσκουν όμως κατανόηση από τις διωκτικές αρχές λόγω μιας περίεργης αλλά όχι και ανεξήγητης συγγενικής ομοιότητος. Που τους έχουν συνηθίσει οι αρχές και οι κυβερνήσεις σαν μια πολιτική προέκτασή τους ή σαν μια επιτρεπτή αντίθεση, δίχως ιδιαίτερη σημασία που να προκαλεί ανησυχία. (Τελευταία διάβασα πως στην Πάτρα, απέναντι στο αστυνομικό τμήμα άνοιξε τα γραφεία του ένα νεοναζιστικό κόμμα. Καμιά ανησυχία ούτε για τους φασίστες, ούτε για τους αστυνομικούς. Ούτε φυσικά για τους περιοίκους).

Ο εθνικισμός είναι κι αυτός νεοναζισμός. Τα κουρεμένα κεφάλια των στρατιωτών, έστω και παρά τη θέλησή τους, ευνοούν την έξοδο της σκέψης και της κρίσης, ώστε να υποτάσσονται και να γίνονται κατάλληλοι για την αποδοχή διαταγών και κατευθύνσεων προς κάποιο θάνατο. Δικόν τους ή των άλλων. Η εμπειρία μου διδάσκει πως η αληθινή σκέψη, ο προβληματισμός οφείλει κάπου να σταματά. Δεν συμφέρει. Γι’ αυτό και σταματώ. Ο ερασιτεχνισμός μου στην επικέντρωση κι ανάπτυξη του θέματος κινδυνεύει να γίνει ευάλωτος από τους εχθρούς. Όμως οφείλω να διακηρύξω το πάθος μου για μια πραγματική κι απρόσκοπτη ανθρώπινη ελευθερία.

Ο φασισμός στις μέρες μας φανερώνεται με δυο μορφές. Ή προκλητικός, με το πρόσχημα αντιδράσεως σε πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα που δεν ευνοούν την περίπτωσή τους ή παθητικός μες στον οποίο κυριαρχεί ο φόβος για ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Ανοχή και παθητικότητα λοιπόν. Κι έτσι εδραιώνεται η πρόκληση. Με την ανοχή των πολλών. Προτιμότερο αργός και σιωπηλός θάνατος από την αντίδραση του ζωντανού και ευαίσθητου οργανισμού που περιέχουμε.

Το φάντασμα του κτήνους παρουσιάζεται ιδιαιτέρως έντονα στους νέους. Εκεί επιδρά και το marketing. Η επιρροή από τα Μ.Μ.Ε. ενός τρόπου ζωής που ευνοεί το εμπόριο. Κι όπως η εμπορία ναρκωτικών ευνοεί τη διάδοσή τους στους νέους, έτσι και η μουσική, οι ιδέες, ο χορός και όσα σχετίζονται με τον τρόπο ζωής τους έχουν δημιουργήσει βιομηχανία και τεράστια κι αφάνταστα οικονομικά ενδιαφέρονται.

Και μη βρίσκοντας αντίσταση από μια στέρεη παιδεία όλα αυτά δημιουργούν ένα κατάλληλο έδαφος για να ανθίσει ο εγωκεντρισμός η εγωπάθεια, η κενότητα και φυσικά κάθε κτηνώδες ένστιχτο στο εσωτερικό τους. Προσέξτε το χορό τους με τις ομοιόμορφες στρατιωτικές κινήσεις, μακρά από κάθε διάθεση επαφής και επικοινωνίας. Το τραγούδι τους με τις συνθηματικές επαναλαμβανόμενες λέξεις, η απουσία του βιβλίου και της σκέψης από τη συμπεριφορά τους και ο στόχος για μια άνετη σταδιοδρομία κέρδους και εύκολης επιτυχίας.

Βιώνουμε μέρα με τη μέρα περισσότερο το τμήμα του εαυτού μας – που ή φοβάται ή δεν σκέφτεται, επιδιώκοντας όσο γίνεται περισσότερα οφέλη. Ώσπου να βρεθεί ο κατάλληλος «αρχηγός» που θα ηγηθεί αυτό το κατάπτυστο περιεχόμενό μας. Και τότε θα ‘ναι αργά για ν’ αντιδράσουμε. Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είμαστε εσείς, εμείς και τα παιδιά μας. Δεχόμαστε να ‘μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια.
Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος.

Αξίζει όμως να αναφερθούμε και σε μία προφητική συνέντευξη είχε δώσει στο ραδιόφωνο ο Μάνος Χατζιδάκις το 1989 όπου έβλεπε το μέλλον του τόπου χωρίς ίχνος αισιοδοξίας. Από το σπάνιο βιβλίο της Ορχήστρας των χρωμάτων «Μάνος Χατζιδάκις - ψηφίδες μνήμης», σας παραθέτουμε ένα απόσπασμα της συνέντευξης:

- Ζητούμε να μας πείτε πώς βλέπετε εσείς την κατάσταση της σημερινής κοινωνίας; Πολλοί φρονούν ότι περνά σοβαρή κρίση, ότι απειλείται με ηθική σήψη, ίσως με διάλυση, αφήνοντας μας έξω από τον εκσυγχρονισμό και την πρόοδο. Συμμερίζεστε αυτή την άποψη;

Μ.Χ.: Εγώ δεν θα το έλεγα τόσο τραγικά, ότι μας αφήνει απ’ έξω. Είναι μια μοιραία κατάληξη ενός κόσμου, που προετοιμάστηκε για την εξαφάνισή του. Κι εκεί νομίζω ότι έχει μεγάλο μερίδιο όλος ο μεταπολεμικός κόσμος και ειδικά ο μεταπολεμικός πολιτικός κόσμος. Δεν προετοιμάστηκε το σπάνιο είδος και το πολύ ακριβό, του ελεύθερου πολίτη. Το είδος του ελεύθερου πολίτη δεν προετοιμάστηκε. Γι’ αυτό έγινε και η δικτατορία. Γιατί πότε έγινε η δικτατορία; Το ‘67. Λοιπόν φανταστείτε, αν είχαμε αυτό το είδος του ελεύθερου πολίτη, θα μπορούσε να σταθεί αυτή η κατηγορία ανθρώπων, τόσο ευτελής, έστω και δέκα μέρες μόνο; Δεν θα μπορούσαν να σταθούν ποτέ. Αλλά, βέβαια για σκεφτείτε ότι ο Έλληνας πολίτης όχι μόνο της πόλης αλλά και της επαρχίας, του χωριού, τί είχε ν' αντιμετωπίσει όλα αυτά τα μεταπολεμικά χρόνια; Τον χωροφύλακα, τον εισαγγελέα, τον παπά. Αυτόν δεν τον αντιμετώπιζε και επί δικτατορίας; Ποια ήταν η αλλαγή; Γιατί να ξεσηκωθεί;

-Σήμερα;

ΜΧ: Σήμερα είναι το αποτέλεσμα μιας τέτοιας θητείας.

- Δεν υπάρχουν ελεύθεροι πολίτες σήμερα, κατά τη γνώμη σας;

ΜΧ: Ποιος τους προετοίμασε; Το σχολείο; Ξέρουμε πολύ καλά τι προετοιμάζει το σχολείο. Ο στρατός; Ξέρουμε σε τι ανυποληψία ρίχνει τον νέο Έλληνα πολίτη ο στρατός για να του αφαιρέσει και το τελευταίο ίχνος αξιοπρέπειας από πάνω του. Πόσοι είναι εκείνοι που αντέχουν; Οι 10; Οι 20; Με τις σπουδές φεύγουν έξω και τελειώνει. Ποιοι μένουν εδώ;

- Έτσι όπως το λέτε, είναι σαν να μην υπάρχει ελπίδα.

ΜΧ: Εγώ δεν έχω καμία ελπίδα, παρά αν γίνει κανένα θαύμα. Εγώ δεν πιστεύω ότι έχουμε σήμερα τη δύναμη να επιβιώσουμε.

-Σαν κράτος, θεωρείτε, ή σαν εθνική οντότης;

ΜΧ: Ως εθνική οντότης. Θα μείνουμε λιγάκι σαν νάνοι αλλοτινών καιρών. Και θα το δείτε όταν έρθει η πλήρης ένωση με την Ευρώπη, σε ποια κατάσταση θα βρισκόμαστε. Ποια είναι η υποδομή, για να υπάρξουν έστω ένα-δύο χαρακτηριστικά στοιχεία της εθνικότητάς μας;

- Δηλαδή εσείς δεν φρονείτε ότι υπάρχει κάποια ελπίδα, κάποια διέξοδος; Τι θα μπορούσε να γίνει, κατά τη γνώμη σας;

ΜΧ: Τίποτα. Η πλήρης εξαφάνισή μας. Και θα γίνει. Είμαι βέβαιος.

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ ( Απαγχονίστηκε στις 14 Μαρτίου 1957, σε ηλικία μόλις 18 ετών)

Παλιοί συμμαθηταί, Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μη τον ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του, Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό ΜΟΝΑΧΑ.
Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.
Θ΄ αφήσω αδέλφια συγγενείς, τη μάνα, τον πατέρα
μεσ΄ τα λαγκάδια πέρα και στις βουνοπλαγιές.
Ψάχνοντας για τη Λευτεριά θα ΄χω παρέα μόνη
κατάλευκο το χιόνι, βουνά και ρεματιές.
Τώρα κι αν είναι χειμωνιά, θα ΄ρθει το καλοκαίρι
Τη Λευτεριά να φέρει σε πόλεις και χωριά.
Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.
Τα σκαλοπάτια θ΄ ανεβώ, θα μπω σ΄ ενα παλάτι,
το ξέρω θαν απάτη, δεν θαν αληθινό.
Μεσ΄ το παλάτι θα γυρνώ ώσπου να βρω τον θρόνο,
βασίλισσα μια μόνο να κάθεται σ΄ αυτό.
Κόρη πανώρια θα της πω, άνοιξε τα φτερά σου
και πάρε με κοντά σου, μονάχα αυτό ζητώ.
Γειά σας παλιοί συμμαθηται. Τα τελευταία λόγια τα γράφω σήμερα για σας. Κι όποιος θελήσει για να βρει ένα χαμένο αδελφό, ένα παλιό του φίλο, ας πάρει μιαν ανηφοριά ας πάρει μονοπάτια να βρει τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά. Με την ελευθερία μαζί, μπορεί να βρει και μένα. Αν ζω, θα μ΄ βρει εκεί.
Ευαγόρας Παλληκαρίδης

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ STEVE JOBS

Η ομιλία-ορόσημο του Steve Jobs στο Πανεπιστήμιο Stanford

Μία σπάνια εμπειρία βίωσαν οι απόφοιτοι του Stanford τον Ιούνιο του 2005. Ενώπιον τους ο Steve Jobs διηγήθηκε τη ζωή τους- μέσα από τρεις ιστορίες- και όλα όσα έμαθε από αυτήν. «Μείνετε αχόρταγοι, μείνετε τρελαμένοι» είναι η προτροπή με την οποία έκλεισε ο Steve Jobs την ομιλία του, με τους παρευρισκόμενους να τον χειροκροτούν όρθιοι.

Διαβάστε την ομιλία και δείτε ένα απόσπασμα

«Είναι μεγάλη μου τιμή να βρίσκομαι μαζί σας στην τελετή αποφοίτησής ενός από τα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου. Δεν πήρα ποτέ πανεπιστημιακό πτυχίο. Για να πούμε την αλήθεια, τούτη δω η μέρα είναι ότι κοντινότερο έχω ζήσει σε αποφοίτηση. Σήμερα θέλω αν σας πως τρεις ιστορίες από τη ζωή μου. Μόνο αυτό. Τίποτα σημαντικό. Απλά τρεις ιστορίες.

Η πρώτη έχει να κάνει με τις ιδέες

Παράτησα το κολέγιο Reed μετά από 6 μήνες, αλλά παρέμεινα στους διαδρόμους του για 18 μήνες πριν φύγω οριστικά. Γιατί τα παράτησα;

Όλα ξεκίνησαν πριν γεννηθώ. Η βιολογική μου μητέρα ήταν μια νέα, ανύπαντρη απόφοιτος κολεγίου και αποφάσισε να με δώσει για υιοθεσία. Επιθυμούσε πολύ να υιοθετηθώ από ένα ζευγάρι πανεπιστημιακής μόρφωσης και έτσι κανονίστηκε να ζήσω με έναν δικηγόρο και τη σύζυγο του. Το πρόβλημα ήταν πως όταν γεννήθηκα, εκείνοι αποφάσισαν πως προτιμούσαν ένα κορίτσι. Έτσι, οι θετοί γονείς μου, που ήταν γραμμένοι στη λίστα αναμονής, δέχθηκαν ένα τηλεφώνημα στη μέση της νύχτας, που τους ανακοίνωσε: «βρέθηκε ένα αγοράκι; Το θέλετε;». Απάντησαν: «Φυσικά». Η βιολογική μου μητέρα όμως, λίγο αργότερα ανακάλυψε πως η θετή μητέρα μου δεν είχε αποφοιτήσει από κολέγιο και ο θετός πατέρας μου ούτε καν από το λύκειο. Και αρνήθηκε να υπογράψει τα χαρτιά της υιοθεσίας. Πείστηκε λίγος μήνες αργότερα όταν οι γονείς μου υποσχέθηκαν πως κάποια μέρα θα πήγαινα στο κολέγιο.

Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, πήγα στο κολέγιο.

Αλλά αφελώς, επέλεξα ένα κολέγιο που ήταν πανάκριβο, σχεδόν τόσο όσο το Stanford, κάτι που σήμαινε πως όλες οι οικονομίες των σκληρά εργαζόμενων γονιών μου θα πήγαιναν στα δίδακτρα. Έξι μήνες αργότερα δεν μπορούσα να δω κάποια χρησιμότητα. Σε αυτό. Δεν είχα ιδέα τι ήθελα να κάνω στη ζωή μου και το κολέγιο δεν με βοηθούσε προς αυτή την κατάσταση. Επιπλέον, ξόδευα τις οικονομίες των γονιών μου. Κάπως έτσι, τα παράτησα, με την ελπίδα πως όλα θα πήγαιναν καλά.

Εκείνη την εποχή ήμουν πραγματικά φοβισμένος, αλλά τώρα ξέρω πως αυτή ήταν μια από τις καλύτερες αποφάσεις που πήρα ποτέ μου. Από τη στιγμή που τα παράτησα, έπαψα να γράφομαι σε ένα σωρό προαπαιτούμενα μαθήματα που δεν με ενδιέφεραν και είχα το δικαίωμα να παρακολουθήσω ως ελεύθερος ακροατής μόνο εκείνα που με ενδιέφεραν.

Δεν ήταν βέβαια όλα τόσο ρομαντικά: δεν δικαιούμουν δωμάτιο στην εστία κι έτσι κοιμόμουν στο πάτωμα δωματίων φίλων μου· για να φάω μάζευα άδεια μπουκάλια κόκα κόλα για 5 σεντς το ένα και για να έχω τουλάχιστο ένα αξιοπρεπές γεύμα τη βδομάδα χρειαζόταν να περπατάω κάθε Κυριακή βράδυ 7 μίλια, μέχρι τον κοντινότερο βουδιστικό ναό. Περνούσα καλά.

Κι ένα σωρό από όσα γνώρισα ακολουθώντας τη διαίσθησή μου και προσπαθώντας να ικανοποιήσω την περιέργειά μου, αποδείχτηκαν ανεκτίμητα στο μέλλον. Να σας δώσε ένα παράδειγμα:

Εκείνη την εποχή το κολέγιο Reed, είχε ίσως ένα από τα καλύτερα μαθήματα καλλιγραφίας στη χώρα. Παντού στο πανεπιστήμιο έβλεπες θαυμάσια πόστερ με καλλιγραφικά γράμματα. . Καθώς είχα εγκαταλείψει τις σπουδές μου και δεν ήμουν υποχρεωμένος να παρακολουθήσω κάποιο μάθημα, αποφάσισαν να πάω να παρακολουθήσω καλλιγραφία, για να δω πώς κατάφερναν αυτά τα θαύματα. Έμαθα έτσι για τις γραμματοσειρές, για τις αποστάσεις μεταξύ γραμμάτων -ανάλογα με τα γράμματα- έμαθα πολλά για ό,τι κάνει υπέροχη την τυπογραφία. Ήταν ένα θαυμάσιο μάθημα, γεμάτο ιστορία, καλλιτεχνία και καλαισθησία, που πραγματικά με συνεπήρε.

Ούτε μου περνούσε από το μυαλό πως όλα τούτα θα μου χρησίμευαν πρακτικά κάποια μέρα στη ζωή μου.Δέκα χρόνια αργότερα όμως, όταν σχεδιάζαμε τον πρώτο υπολογιστή Macintosh, ξαναθυμήθηκα εκείνο το μάθημα. Και χρησιμοποιήσαμε στο Mac, όλα όσα είχα μάθει. Ήταν ο πρώτος υπολογιστής που διέθετε καλλιγραφία.Αν δεν είχα παρακολουθήσει εκείνο το μάθημα, οι Macintosh δεν θα είχαν ποτέ πολλές γραμματοσειρές ή μεγέθη γραμμάτων. Και από τη στιγμή που τα Windows, το μόνο που έκαναν ήταν να αντιγράψουν τα Mac, μάλλον αυτά δεν θα υπήρχαν σε κανένα υπολογιστή. Aν δεν τα είχα παρατήσει, δεν θα είχα παρακολουθήσει ποτέ μου εκείνο το μάθημα καλλιγραφίας και οι υπολογιστές δεν θα πρόσφεραν τις δυνατότητες καλλιγραφίας που προσφέρουν σήμερα. Φυσικά ήταν αδύνατο να συσχετίσω τις ιδέες όταν ήμουν στο κολέγιο. Δέκα χρόνια αργότερα όμως, ήταν όλα πολύ ξεκάθαρα.

Θέλω να πω, ποτέ δεν γίνεται να προβλέψεις την πορεία σου, να εκτιμήσεις κάτι αφότου συμβεί. Για να την εκτιμήσεις, θα πρέπει να την κοιτάξεις προς τα πίσω. Χρειάζεται λοιπόν να εμπιστευτείτε πως όλα τα βήματά σας, πως με κάποιο τρόπο σας οδηγούν στο μέλλον σας. Πρέπει να εμπιστευθείτε κάτι -ή κάποιον: το ένστικτό σας, τη μοίρα, το κάρμα, τη ζωή, δεν έχει σημασία. Αυτή η άποψη δεν με απογοήτευσε ποτέ και καθόρισε τη ζωή μου.

Η δεύτερη ιστορία, μιλάει για αγάπη και απώλεια.

Ημουν ένας από τους τυχερούς: Βρήκα τι μου άρεσε νωρίς στη ζωή μου. Ο Wos και εγώ ξεκινήσαμε την Apple στο γκαράζ των γονιών μου όταν ήμουν 20 χρονών. Δουλέψαμε σκληρά και δέκα χρόνια αργότερα η Apple δεν ήταν πια οι δυο μας κι ένα γκαράζ, αλλά μια εταιρία αξίας άνω των 2 δις δολαρίων, με πάνω από 4,000 εργαζόμενους.Ένα χρόνο νωρίτερα, με το που έκλεινα τα 30, είχαμε ρίξει στην αγορά την πιο ωραία μας δημιουργία –τον Macintosh. Και μετά απολύθηκα.

Πώς μπορεί κάποιος να απολυθεί από μια εταιρία που ίδρυσε; Καθώς μεγάλωνε η Apple σκέφτηκα να προσλάβω κάποιον ταλαντούχο μάνατζερ για να διοικούμε μαζί την εταιρία και πράγματι, για ένα χρόνο, όλα πήγαιναν πρίμα.

Μετά όμως, οι απόψεις μας για το μέλλον άρχισαν να διαφοροποιούνται και στο τέλος τσακωθήκαμε. Όταν έγινε αυτό, το διοικητικό συμβούλιο πήγε με το μέρος του. Έτσι λοιπόν, στα 30 μου, βρέθηκα έξω από την εταιρία, και μάλιστα με πολύ δημόσιο τρόπο. Ο σκοπός ολόκληρης σχεδόν της ενήλικης ζωής μου είχε πια χαθεί, κι αυτό ήταν τόσο επώδυνο.

Για αρκετούς μήνες δεν είχα ιδέα τι να κάνω. Αισθανόμουν πως είχα απογοητεύσει τους συνεργάτες μου, πως η σκυτάλη μου είχε γλιστρήσει από τα χέρια, μόλις μου την παρέδωσαν.

Συναντήθηκα με τον David Packard και τον Bob Noyce προσπαθώντας να απολογηθώ για το πώς τα 'χα καταστρέψει όλα με τέτοιο τρόπο. Ήμουν μια πασίγνωστη αποτυχία και μου πέρασε από το μυαλό να εγκαταλείψω το Λος Αντζελες. Σιγά σιγά όμως, μια αίσθηση γεννήθηκε μέσα μου: εξακολουθούσα να αγαπάω τη δουλειά μου. Ότι κι αν είχε συμβεί στην Apple, αυτό δεν είχε πειραχτεί, ούτε κατ, ελάχιστο.

Με είχαν απορρίψει, ήμουν όμως ακόμα ερωτευμένος. Έτσι αποφάσισα να ξαναρχίσω από την αρχή. Τότε δεν το καταλάβαινα, αλλά η απόλυσή μου από την Apple ήταν ότι καλύτερο θα μπορούσε να μου είχε συμβεί. Η βαρύτητα της επιτυχίας αντικαταστάθηκε από την ελαφρότητα να είμαι ξανά αρχάριος, αβέβαιος για τα πάντα.

Απελευθερώθηκα και μπήκα σε μια από τις πιο δημιουργικές περιόδους της ζωής μου. Την επόμενη πενταετία ξεκίνησα μια εταιρία που τη έλεγαν Next, μια άλλη που τη έλεγαν Pixar και ερωτεύτηκα μια υπέροχη γυναίκα που έγινε σύζυγός μου.

Με την Pixar -που είναι σήμερα μια από τις πιο πετυχημένες εταιρίες κινηματογραφικής παραγωγής του κόσμου- δημιουργήσαμε το πρώτο animation film στην ιστορία του κινηματογράφου, το Toy Story.

Τα γεγονότα πήραν απροσδόκητη τροπή όταν η Apple αγόρασε την Next και ξαναβρέθηκα στην Apple ενώ η τεχνολογία που είχαμε αναπτύξει στη Next βρέθηκε στην καρδιά της σημερινής αναγέννησης της Apple. Και με τη Laurene, τη γυναίκα μου δημιουργήσαμε μια θαυμάσια οικογένεια.

Είμαι βέβαιος πως τίποτα από αυτά δεν θα είχε γίνει αν δεν είχα απολυθεί από την Apple. Η γεύση του φάρμακου ήταν απαίσια, πιστεύω όμως πως το χρειαζόμουν. Υπάρχουν φορές που η ζωή σε χτυπάει κατακέφαλα. Μην χάνετε την πίστη σας. Είμαι πεπεισμένος πως το μόνο που μου έδωσε δύναμη να συνεχίσω ήταν πως αγαπούσα αυτό που έκανα. Πρέπει να βρεις τι και ποιος σου αρέσει. Αυτό είναι η μόνη αλήθεια στη δουλειά και στον έρωτα.

Ένα μεγάλο τμήμα της ζωής σας θα αφιερωθεί στην εργασία σας και ο μόνος τρόπος για να είστε ικανοποιημένοι είναι να θεωρείτε πως κάνετε υπέροχη δουλειά. Κι ο μόνος τρόπος να κάνετε υπέροχη δουλειά είναι να αγαπάτε ότι κάνετε. Αν δεν το έχετε βρει ακόμα, συνεχίστε να ψάχνετε. Μην βολεύεστε.

Όπως συμβαίνει και στον αισθηματικό τομέα, όταν έρθει, θα το καταλάβετε. Κι όπως σε κάθε σπουδαία σχέση, θα γίνεται καλύτερο όσο περνάει ο χρόνος. Συνεχίστε λοιπόν να ψάχνετε, μέχρι να το βρείτε. Μην επαναπαύεστε, μην συμβιβάζεστε.

Η τριτη ιστορία, αφορά τον θάνατο.

Όταν ήμουν 17, διάβασα κάτι που έλεγε πάνω κάτω: «να ζεις την κάθε μέρα σου σαν να είναι η τελευταία». Αυτό μου έκανε εντύπωση κι από τότε, για 33 ολόκληρα χρόνια, κάθε πρωί κοιτάζομαι στον καθρέφτη και ρωτάω τον εαυτό μου: «αν αυτή ήταν η τελευταία ημέρα της ζωής σου, θα έκανες αυτό που ετοιμάζεσαι να κάνεις σήμερα;». Όποτε η απάντηση ήταν «όχι» για πολύ καιρό, ήξερα πως κάτι έπρεπε να αλλάξω. Το να θυμάμαι πάντα πως σύντομα θα πεθάνω, ήταν η καλύτερη βοήθεια για να παίρνω τις σωστές αποφάσεις στη ζωή μου.

Όλα τα υπόλοιπα -οι εξωτερικές προσδοκίες, η υπερηφάνεια, ο φόβος της γελοιοποίησης ή της αποτυχίας- όλα εξαφανίζονται όταν βρεθούν απέναντι στο θάνατο: το μόνο που απομένει είναι ότι είναι πραγματικά σημαντικό. Το να θυμάστε πως θα πεθάνετε είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος να αποφύγετε την παγίδα να νομίζετε πως έχετε κάτι να χάσετε. Είστε ήδη γυμνοί. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην ακολουθήσετε ότι σας λέει η καρδιά σας.

Εδώ κι ένα χρόνο, μου διέγνωσαν καρκίνο. Πέρασα από εξέταση στις 7:30 το πρωί κι ένας όγκος φάνηκε ξεκάθαρος στο πάγκρεας. Δεν είχα ιδέα τι είναι το πάγκρεας. Οι γιατροί με ενημέρωσαν πως ήταν μία μη ιάσιμη μορφή καρκίνου και πως δεν θα ζούσα παραπάνω από τρεις με έξι μήνες. Ο γιατρός μου με συμβούλεψε να πάω σπίτι και «να τακτοποιήσω τις εκκρεμότητές» μου, πράγμα που είναι ένας ευφημισμός των γιατρών για τη προετοιμασία του θανάτου.

Σημαίνει: προσπάθησε να πεις σε λίγους μήνες όλα όσα ήθελες να πεις στα παιδιά σου σε δέκα χρόνια. Σημαίνει πως πρέπει να βεβαιωθείς πως όλα είναι εντάξει για να έχει η οικογένειά σου όσο το δυνατό λιγότερους μπελάδες. Σημαίνει: κάνε τους αποχαιρετισμούς σου.

Έζησα με αυτή τη διάγνωση όλη τη μέρα. Αργά το απόγευμα μου έκαναν μια βιοψία, που γίνεται με ένα σωλήνα που περνάει από το λαιμό σου στο στομάχι και στα έντερα κι από εκεί μια βελόνα παίρνει λίγα κύτταρα από το πάγκρεας. Ήμουν ναρκωμένος, αλλά η γυναίκα μου, που ήταν παρούσα, μου διηγήθηκε αργότερα πως όταν οι γιατροί πήραν τα κύτταρα και τα έβαλαν στο μικροσκόπιο άρχισαν να πανηγυρίζουν, γιατί όπως αποδείχτηκε είχα μια πολύ σπάνια μορφή καρκίνου του παγκρέατος που ήταν ιάσιμη με εγχείρηση.

Έκανα την εγχείρηση και τώρα είμαι μια χαρά.

Δεν έχω ποτέ φτάσει πιο κοντά στο θάνατο, κι ελπίζω να μην φτάσω ποτέ μου κοντύτερα για μερικές δεκαετίες ακόμα. Έχοντας όμως βιώσει αυτήν την εμπειρία, μπορώ να σας πω κάτι, με λίγο περισσότερη βεβαιότητα από εκείνους για τους οποίους ο θάνατος είναι μια αφηρημένη μόνο έννοια: κανείς δεν θέλει να πεθάνει.

Ακόμα κι όσοι περιμένουν να πάνε στο παράδεισο, θέλουν να φτάσουν εκεί χωρίς να πεθάνουν. Και όμως, ο θάνατος είναι η μόνη κοινή μας μοίρα.

Κανείς δεν του ξέφυγε. Κι έτσι πρέπει να είναι· ο θάνατος είναι μάλλον η καλύτερη εφεύρεση της ζωής. Είναι ο παράγοντας που διαιωνίζει τη ζωή. Ξεκαθαρίζει το παλιό και κάνει χώρο για το καινούργιο. Το νέο τώρα είστε εσείς, αλλά κάποια μέρα, όχι πολύ μακριά από σήμερα, θα γίνετε οι γέροι που προορίζονται να φύγουν.

Συγγνώμη για τον δραματικό μου τόνο, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Δεν έχετε πολύ χρόνο, μην τον σπαταλήσετε λοιπόν ζώντας τις ζωές κάποιων άλλων. Μην αιχμαλωτιστείτε από το δόγμα που λέει να ζείτε σύμφωνα με το τι νομίζουν οι άλλοι.

Μην αφήνετε τη γνώμη των άλλων να πνίξει την εσωτερική σας φωνή. Και -το σημαντικότερο- να έχετε το θάρρος να ακούτε την καρδιά και τη διαίσθησή σας.

Αυτά με κάποιο τρόπο ξέρουν ήδη τι θέλετε στα αλήθεια να γίνετε. Όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα.

Όταν ήμουν νέος, υπήρχε μια φανταστική έκδοση που λεγόταν «Ο κατάλογος όλης της γης» που υπήρξε μία από της βίβλους της γενιάς μου.

Την εξέδιδε ένας τύπος που τον λεγόταν Stewart Brand και που ζούσε εδώ κοντά, στο Menlo Park. Ήταν τα τέλη της δεκαετίας του ,60, πριν τους προσωπικούς υπολογιστές και η έκδοση, έπρεπε να γίνει με γραφομηχανές, ψαλίδια και φωτογραφικές μηχανές Polaroid. Ήταν ένα είδος έντυπου google, 35 χρόνια πριν βγει το google στο internet: ήταν ιδεαλιστικό, γεμάτο γνώσεις και ωραία εργαλεία. .

Ο Stewart και οι συνεργάτες του έβγαλαν αρκετά τεύχη του «κατάλογου όλης της Γης» κι όταν φάνηκε πως ξεπερνιόταν, έβγαλαν ένα τελευταίο τεύχος. Είχαμε φτάσει στα μέσα της δεκαετίας του '70 και ήμουν στην ηλικία σας.

Στο οπισθόφυλλο του τελευταίου τεύχους υπήρχε μια φωτογραφία ενός αγροτικού δρόμου την αυγή, του είδους που κάποτε θα βρεθείτε να κάνετε οτοστόπ, αν είστε αρκετά περιπετειώδεις. Από κάτω έγραφε: «μείνετε αχόρταγοι· μείνετε τρελαμένοι». Ήταν το αποχαιρετιστήριο μήνυμα της έκδοσης λίγο πριν το κλείσιμο. Μείνετε αχόρταγοι, μείνετε τρελαμένοι. Πάντα, ευχόμουν αυτό για τον εαυτό μου. Και τώρα, καθώς αποφοιτείτε και ετοιμάζεστε για κάτι καινούριο, το εύχομαι και για εσάς:

Μείνετε αχόρταγοι. Μείνετε τρελαμένοι.

Σας ευχαριστώ»