Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013



Γιάννης Μακριδάκης

Επέστρεψα στο χωριό. Δυο μέρες στην εορταστική Αθήνα ήταν αρκετές για να μου υπενθυμίσουν τι πα να πει κατάθλιψη. Έφυγα τρέχοντας κι ελπίζω να στρώσω, να συνέλθω, να γειάνω με το ξημέρωμα της αυριανής μέρας, που θα βγω το χωράφι και στο βουνό.
Τέτοιο βάρος ασήκωτο στο στήθος, τόση θλίψη, είχα να νιώσω πολλά χρόνια. Δεν αντέχεται τόση υποκρισία και τόση ελαφρότητα, όση αντίκρισα γύρω μου στην χριστουγεννιάτικη πρωτεύουσα. Ο Τιτανικός βουλιάζει και οι κυρίες και κύριοι του μεσαίου πατώματος φτιάχνουν τα νύχια τους, κάνουν τα ψώνια τους, κόβουν βόλτες, ετοιμάζουν τα τραπέζια τους, την ίδια στιγμή που στο κάτω πάτωμα υπάρχουν πτώματα και η στάθμη των υδάτων ολοένα ανεβαίνει. Αυτοί απλά ελπίζουν πως κάποιος, ο Σαμαράς πχ, θα βουλώσει την τρύπα και θα σταματήσουν τα νερά να ανεβαίνουν, όσους πνίξανε πνίξανε, τι να κάνουμε, ας είχανε φροντίσει, ας είχανε κάνει τα κουμάντα τους να σωθούνε.
Πολλοί απ’ τους διασκεδαστές κάνουν και την ετήσια φιλανθρωπία τους (ως ανώτεροι του ανθρώπου, είναι φιλάνθρωποι) πετώντας μια σακούλα φαϊ ή κάνα ρούχο στον σωρό που έστησε ο Καμίνης στο Σύνταγμα για να τον προβάλει το τηλεοπτικό δίκτυο που στηρίζει εδώ και χρόνια την εξαθλίωση.
Πριν μερικές δεκαετίες, όταν είχε πένθος ο γείτονας δεν ανοίγαμε ούτε το ραδιόφωνο γιατί ήτανε ντροπή ο άλλος να πενθεί κι εσύ να να διασκεδάζεις. Σήμερα οι Έλληνες στην πλειονότητά τους είναι πλέον ιδιώτες τελειωμένοι και χωρίς καμία πιθανότητα ανάκαμψης. Κανέναν δεν ενδιαφέρει ο πόνος και το πένθος του άλλου. Σε κάθε τετράγωνο της μεγαλούπολης η δυστυχία είναι παρούσα μαζί με την γελοιότητα της δήθεν ευμάρειας, που είτε αδιαφορεί ξεδιάντροπα για την δυστυχία είτε την ελεεί, μέρες που είναι, για να ξεμπερδεύει μια και καλή με όλα.
Και όλα αυτά βεβαίως προδίδουν ξεκάθαρα για ποιον λόγο είμαστε εδώ που είμαστε, για ποιον λόγο ακολουθούμε αυτές τις πολιτικές ξεπουλήματος των πάντων για να σώσουμε τα τομάρια μας και, το χειρότερο, αποδεικνύουν ότι υπάρχει ακόμα αρκετό ανθρώπινο λίπος, για να ξεσκίσουν οι Αγορές. Δεν έχουμε τελειώσει.
Νύχτα λοιπόν και με στήθος βαρύ κι ασήκωτο έφτασα πίσω στο χωριό. Ο Μάρτης με υποδέχτηκε φιλώντας μου τα χέρια, λες κι είναι άνθρωπος κι εγώ φιλάνθρωπος που του δωσα ελεημοσύνη.

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

Γειά σου ρε Έλληνα



Γειά σου ρε Έλληνα. Πάλι για τα φράγκα σου φωνάζεις…

Στάσου για λίγο στα κράσπεδα της δικής μας ζωής. Της κοινής. Της τετριμμένης. Της περαστικής. Της ζωής που ξεδιπλώνεται πλησίστια ανάμεσα στις αποφάσεις και τις πράξεις ενός φευγαλέου «ένθεν» και τις προσδοκίες και τα όνειρα ενός μακρινού «εκείθεν». Απλησίαστου τις περισσότερες φορές, μιας και ο πήχυς πάντα μπαίνει λίγο ψηλότερα από το ύψος που μπορεί να αντέξει, αλλά συνάμα τόσο αναγκαίου. Για να ορίζει το μέτρο, το οποίο με τη σειρά του μας ορίζει. Της ζωής όπου περνάμε όλοι μας τις περισσότερες στιγμές μας με το να στιβάζουμε πρόχειρα ανωφελείς συνήθειες, να καταστρώνουμε περίτεχνους κριούς για να αλώσουμε το θαυμασμό των γύρω, να μεγαλώνουμε τους «κατ´ εικόνα» απογόνους μας και να μοιρολογούμε τους «καθ´ ομοίωσιν» προγόνους, να λογαριάζουμε ανεξόφλητους λογαριασμούς και να ξοφλάμε ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις. Εκεί, όπου οι λεπτοδείκτες της ζωής, μας σπρώχνουν δίχως βιάση στους ακροτελεύτιους στίχους μας.
Και εμείς εκεί. Να προσμένουμε την εκπλήρωση των υψηλών μας στόχων με τασυμπαρομαρτούντα εύγε και να χάνουμε το σήμερα, με τις πληθωρικές στιγμές του. Εκεί, όπου τα μεσημέρια μας κατάντησαν διαλείμματα ανάμεσα σε τρέχουσες ανάγκες. Να σπουδάσω. Να εργαστώ. Να διοριστώ. Να αυξήσω το μισθό μου. Να αγοράσω. Να μεγαλώσω τα παιδιά μου. Να εξασφαλίσω το μέλλον τους. Να μισθοδοτήσω τα γηρατειά μου. Α, να μην ξεχάσω φεύγοντας να πάρω και τα φάρμακά μου. Αυτά δεν τα υπολόγισα. Βάλτα και αυτά στον λογαριασμό των οικείων μας ρημάτων. Των κοινών. Των τετριμμένων. Των περαστικών.
Για τα ρήματα αυτά στηνόμαστε στις κοινές αφετηρίες και για ένα μικρό προβάδισμα στη χρήση τους ξεχυνόμαστε στο αγωνιώδες κατοστάρι. Και στα ακρόστιχα καθώς φτάνουμε, κοιταζόμαστε για λίγο και συνειδητοποιούμε πως γεράσαμε. Όλοι μας το ίδιο. Κοινές ρυτίδες, κοινές αρτηρίες βουλωμένες, κοινές άνοιες, κοινές φαλάκρες. Ένα διαολεμένο κατοστάρι για να πανηγυρίσει το πιο γρήγορο χούφταλο την πρώτη θέση. Και η ζωή; Οι στιγμές της; Άστες αυτές. Ξεχάσαμε να τις βάλουμε στην γκλαμουράτη τσάντα και τώρα πετάμε για τας εξωτικάς Ευρώπας. Στον γυρισμό. Και ο γυρισμός ποτέ δεν έρχεται. Γιατί είμαστε μια ζωή φευγάτοι.
Σαν σταθείς, λοιπόν, εκεί και αντικρύσεις τις ζωές μας από τη χρήσιμη απόσταση του τρίτου προσώπου, του απ´ έξω,  θα συνειδητοποιήσεις τα σφιχτά χρονοδιαγράμματα και θα εξοργιστείς γιατί αυτή τη λιγοστή  συρμαγιά που σου χαρίστηκε, στη σπαταλάνε κάθε τόσο ανόητοι και ανεύθυνοι. Γελωτοποιοί και σαλτιμπάγκοι.  Χρόνος πολύς δεν σου απέμεινε και έχεις κουραστεί να κουνάς το δάχτυλό σου στον απέναντι για τις επιλογές του. Γιατί και αυτός το ίδιο κάνει. Όλοι σας, πανάθεμά σας, πάνω σε εισαγόμενες ιδέες κάθεστε. Και οι ιδέες, αυτές οι πόρνες του ορθού του λόγου , μάθανε να πηγαίνουνε με όποιον τις καλοπληρώνει. Μόλις τελειώσουνε το ηδονικό τους έργο αρπάζουν βιαστικά την αμοιβή και συγυρίζουν το ψεύτικο χαμόγελο, έτοιμο για τον επόμενο πελάτη. Δεν κακολογώ τις ιδέες. Κακολογώ την εμμονή τους.Το στριμμένο τους κεφάλι. Το σώνει και καλά να χωρέσουνε παντού και να έχουνε σε όλες τις κοινωνιες των ανθρώπων την ίδια πάντα γνώμη.
«Τι πρόβλημα έχετε οι Έλληνες; Ύφεση; Μισό λεπτό. Την έχω στο τσεπάκι μου τη λύση. Χαμήλωμα των φορολογικών συντελεστών». «Μα, αν τους χαμηλώσω θα αυξήσω την κατανάλωση και αυτό θα επιδεινώσει το εμπορικό μου ισοζύγιο». «Κατάλαβα, κατάλαβα πολίτες χαλασμένοι. Αστο, σου έχω καλύτερη λύση. Μισθοί πείνας στον ιδιωτικό τομέα. Να τσακίσουμε την κατανάλωση και να αλλάξει το παραγωγικό σας μοντέλο. Θα πετάξουμε και κάτι ακαταλαβίστικα για τόνωση της ανταγωνιστικότητας και ούτε γάτα ούτε ζημιά». «Μα», ψελίζεις πάλι εσύ, «υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω. Ζωές. Πώς να τσακίσω τους μισθούς δίχως να τσακίσω και δαύτες;» «Αστους να λένε», πετάγεται ο διπλανός «εμένα ακού. Αυτοί από καιρό το έχουν χάσει και δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Μεγάλωσε το κράτος σου και δώσε και αυξήσεις. Ο Κέυνς θα φροντίσει για την ανάπτυξή σου». «Μα», ξαναψελίζεις πάλι εσύ ο έρμος, «αν ρίξω λεφτά σε ένα ΑΕΠ που το 75% του είναι κατανάλωση ζωγραφίζω φαύλους κύκλους». «Ωχ μωρέ αδερφάκι μου. Πολύ το λιβανίζεις». «Μεγάλε, εδώ. Άκου εμένα. Κοινωνικοποίησε τα πάντα. Στο εργατικό προλετάριο βρίσκεται η λύση». Απυηδυσμένος δεν αντέχεις άλλο και ξεσπάς. «Ποιο προλετάριο μωρε . Ένα μάτσο υπαλλήλους γραφείων έχω και μερικούς συνταξιούχους. Που να το βρώ το εργατικό προλετάριο για να μου φτιάξουν τις χίμαιρές σας;»
Στο διάολο, λοιπόν, οι ιδέες σας. Στο διάολο οι καλογραμμωμένοι σας κομμουνισμοί απ´ την πολύ γυμναστική, οι στενοκέφαλοι και ανεπίδεκτοι μαθήσεως καπιταλισμοί σας και οι ανεκπλήρωτοι σοσιαλισμοί των εφηβικών σας χρόνων. Στο διάολο οι έτοιμες οι συνταγές  και τα προκάτ μοντέλα. Εδώ είναι Βαλκάνια. Και απ´ τα Βαλκάνια όταν γουστάρουμε κινούμε για να αναστατώσουμε ολάκερο τον κόσμο. Ήρθε ο καιρός να φτιάξουμε μονάχοι μας τη δική μας κοινωνία, που θα έχει ως θεμέλιά της την αλήθεια της κοινής λογικής, την πρωτοκαθεδρία του αυτονόητου και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.
Μια κοινωνία η οποία θα επαναφέρει το δίκαιο στη θέση που του αρμόζει. Που θα φτιάχνει νόμους για να τους τηρεί και όχι για να τους περιφέρει από εφετείο σε εφετείο. Που θα διδάσκει στα σχολεία της το σεβασμό στους νόμους και όχι τις γρήγορες τις συνταγές για το πώς θα γίνουμε φραγκάτοι παπαγάλοι. Που θα διασφαλίζει την ισότητα απέναντι στον νόμο και θα επιβάλλει τις κυρώσεις του ανεξαρτήτως θέσης και τιμής του εναγόμενου και όχι μια κοινωνία που θα ανέχεται το ετεροβαρές της τιμωρίας και θα ανοιγοκλείνει υποκριτικά τα μάτια της ανάλογα με τους μέδιμνους που κουβαλάει ο καθένας μες στις τσέπες του.
Μια κοινωνία η οποία θα σέβεται το δημόσιο χώρο της και η οποία θα προτιμά να λείψουν λίγες θερμίδες παραπάνω από τα μεσημεριανά τραπέζια των παχύσαρκων παιδιών της παρα λίγα δράμια μεγαλοπρέπειας απο τα δημόσια κτίσματά της. Μια κοινωνία που θα μαθαίνει στα βλαστάρια της να περιφρουρούν τα ξύλινα θρανία και τους μεταλλικούς τους μαυροπίνακες και όχι τις πορείες και τις συγκεντρώσεις.
Μια κοινωνία στην οποία κράτος πρόνοιας θα σημαίνει «πάω στον γιατρό για μια ίωση και φεύγω με τη διάγνωση αυτή γραμμένη στο λευκό χαρτί μου και με οδηγίες θεραπείας, ξεκούραση και μπόλικα αφεψήματα από βουνίσιο τσάι». Όχι πάω στο γιατρό με ίωση και φεύγω με διπλή αντιβίωση για πιθανή πνευμονία, με εισπνεόμενο για να ανοίξουν οι ήδη ανοιχτοί μου βρόγχοι, με σιροπάκι για τα πυκνά μου φλέγματα και ένα φασονάκι για το στομάχι μην τυχόν και με πειράξει η αντιβίωση. Μια κοινωνία που το γιατρό αυτό θα τον αποκαλεί δημόσια ηλίθιο και κομπογιαννίτη και όχι μια κοινωνία που θα κρύβεται πίσω από Κουίσλινγκ, Γκαουλάιτερ και Τρόικες προκειμένου να μην εξορθολογιστεί ποτέ η φαρμακευτική της δαπάνη.
Μια κοινωνία η οποία θα είναι περήφανη για τους παραγωγούς της και θα επιλέγει συνειδητά την αγορά των προιόντων τους. Όχι μια κοινωνία που θα τους χτυπάει στην πλάτη με φενακισμένη συγκατάβαση και θα αναρτά στους διαδικτυακούς της τοίχους πολύχρωμες φωτογραφίες με made in greece προτροπές και την αμέσως επόμενη στιγμή θα απλώνει το χέρι της στα αγαθά των ξένων. Αλλα και μια κοινωνία της οποίας οι παραγωγοί θα μάθουν να σέβονται τον καταναλωτή και να βελτιώνουν συνεχώς τα προϊόντα τους. Να πιάνονται χέρι-χέρι, να συνεταιρίζονται και να μεγαλουργούνε.
Μια κοινωνία η οποία δεν θα αναζητά την ποιότητα μονάχα για να της γράφει «Άξιον Εστί» και «Ημερολόγια καταστρώματος» και  να κορδώνεται έπειτα, αυτή η επαρχιώτισα, στις κοσμοπολίτικες αίθουσες των Νόμπελ αλλα μια κοινωνία που θα αναγνωρίζει και θα επιβραβεύει το «άξιον εστί» σε όλες τις πτυχές του δημόσιου βίου της  και θα κόψει την ενοχλητική συνήθεια να μην καταγράφει στα ημερολόγια της τις ξέρες των μετρίων. Που θα αποφασίσει επιτέλους να χαρτογραφήσει τους βυθούς της, ώστε να μάθουμε πόσοι και ποιοι είναι οι μαλάκες!
Μια κοινωνία η οποία θα σέβεται αυτόν που θέλει να ξεχωρίσει και να φτάσει πρώτος στον τερματισμό, αλλά και η οποία θα επιτρέπει στον αλλιώτικο, τον διαφορετικό, τον περίεργο, για τα δικά μας γούστα, να ζήσει δίχως λαχάνιασμα τη δική του ζωή. Και να τη ζήσει με αξιοπρέπεια. Μια κοινωνία η οποία θα μπορεί να κοιτάξει στα μάτια τους χιλιάδες άνεργους των Αθηνών και να τους πεί. Ηρθε ο καιρός της αντίστροφης πορείας. Να γυρίσουμε πίσω. Να επιστρέψουμε στη ρίζα μας.Δεν είναι ντροπή ο γυρισμός. Ντροπή είναι να επιμένεις να ζείς με 500 ευρώ σε ένα ακριβό μπουρδέλο. Σχέδιο έχω. Δημόσια κτήματα έχω. Πάμε….
Μια κοινωνία η οποία δε θα καταδέχεται να ξεχύνεται στους δρόμους μονάχα όταν κάποιοι της κόβουνε τους μισθούς και τις συντάξεις της.
Μια κοινωνία που θα επαναστατεί όταν μέτριοι και ατάλαντοι διδάσκουν στα σχολεία και τα Πανεπιστήμιά της και όταν ο «ανθός της νεολαίας της» αρνείται να εφαρμόσει νόμους του κράτους επειδή του μάθανε γούστο του να είναι το καπέλο του.
Μια κοινωνία που θα ξεμπροστιάζει τον ξεφτιλισμένο δήμαρχο  που φέσωσε το δήμο και απέτυχε να βελτιώσει την καθημερινότητα των δημοτών του.
Μια κοινωνία που θα εξεγείρεται όταν ένας αιρετός διορίζει σύμβουλο τον κολλητό του και ανέχεται επι σειρά ετών την προκλητική μισθοδοσία απρόσκλητων, απ´ το ΑΣΕΠ, τεμπελχανάδων .
Μια κοινωνία που θα τα παίρνει στο κρανίο με όσους συμπολίτες της φωνάζουν να φτιαχτεί αλλού ένας ΧΥΤΑ και την ίδια στιγμή ανέχονται μέσα στα σπίτια τους τα «σκουπίδια» της τηλεόρασης και του διαδικτύου.
Μια κοινωνία που θα κατακλύζει τις πλατείες της και θα διαδηλώνει για τους φοροφυγάδες γείτονές της, τους ανάπηρους αρτιμελείς της συγγενείς και τους επιδοτούμενους αναξιοπαθούντες φίλους της με τους παχυλούς τραπεζικούς λογαριασμούς .
Όχι  μια κοινωνία που θα μυξοκλαίει μια ζωή για τα κομμένα φράγκα. Και σίγουρα όχι μια κοινωνία που θα απορρίπτει μετά βδελυγμίας την ελεύθερη αγορά της χυδαίας ύλης και την ίδια στιγμή θα καταναλώνει βουλιμικά τα προϊόντα και τα δανεικά της και θα αποθεώνει τους ψυχοπονιάρικους μαρξισμούς, αυτούς που αναφώνησαν κάποτε πως τα πάντα είναι οικονομία και πως ο πολιτισμός είναι απλό καθρέφτισμα της χυδαίας ύλης. Εκατέρωθεν χυδαιότητα, λοιπόν!
Εν ολίγοις. Μου απέμειναν άλλα τόσα χρόνια ζωής. Στο περίπου πάντα. Άλλα τριάντα χρόνια για να ζήσω, να αγαπήσω, να γνωρίσω, να διαβάσω, να ταξιδέψω, να αδράξω τις ευκαιρίες μου και να τις κάνω εμπειρίες. Άλλα τριάντα χρόνια για να γνωριστώ με ρήματα αλλιώτικα από εκείνα που συνήθισα να ακούω από τους γύρω μου. Με ενοχλεί μονάχα πως για να τα ζήσω όλα αυτά πρέπει πρώτα να οργιστώ και στη συνέχεια να ακολουθήσω όλη τη γνωστή πεπατημένη της «κρεμμυδοεπανάστασης» του κώλου. Συνωστισμένα πεζοδρόμια, συνθήματα σε ανορθόγραφα πλακάτ, αναπνοές ανθρώπων να μυρίζουν, ανεγκέφαλες αδρεναλίνες, ασφυξιογόνα χημικά και μάτια να δακρύζουν. Και όλα αυτά για να ξεκουμπιστούν οι πισινοί που μπαστακώθηκαν πάνω στην ζωή μου. Και εγώ δε θέλω ούτε τους μεν να ανέχομαι, αλλά ούτε και τους δε να ακολουθήσω. Τον άλλο δρόμο ψάχνω. Γιατί μου απέμειναν άλλα τόσα χρόνια ζωής. Και επιλέγω πια να μην τα σπαταλήσω….
*Ο Τάσος Φούντογλου είναι ειδικευομενος νεφρολογίας

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Μάνος Χατζηδάκις( πηγη newsbeast)


Διαβάστε τι έλεγε πριν πολλά χρόνια ο Μάνος Χατζηδάκις


Σαν σήμερα, πριν από 18 χρόνια «έφυγε» ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες μουσικοσυνθέτες αφήνοντας πίσω του ένα σπουδαίο έργο, ο Μάνος Χατζιδάκις. Τα λόγια είναι φτωχά όταν κάποιος θέλει να μιλήσει για τον σπουδαίο μουσικοσυνθέτη. Το ογκώδες και κλασσικό έργο του, ο μοναδικός τρόπος που συνδύασε τη λόγια με τη λαϊκή μουσική αλλά και ο τρόπος που «πήρε στα χέρια του» το ρεμπέτικο τραγούδι για να του δώσει τη θέση που του αρμόζει στην ελληνική μουσική συνθέτουν έναν μεγάλο καλλιτέχνη που είχε όμως και άλλη μια ιδιότητα - αυτή του πολιτικού στοχαστή.

Ο Μάνος Χατζιδάκις έφυγε σαν σήμερα, στις 15 Ιουνίου του 1994 αφήνοντας πίσω του ένα κενό δυσαναπλήρωτο.

Αυτές τις ημέρες, ένα κείμενο που έγραψε λίγο πριν τον θάνατό του για τον εθνικισμό και το φασισμό και είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Έγραψε το κείμενο τον Φεβρουάριο του 1993, λίγους μήνες πριν τον θάνατό του, και είχε δημοσιευτεί στο πρόγραμμα αντιναζιστικής συναυλίας που είχε δώσει η Ορχήστρα των Χρωμάτων με έργα Βάιλ, Λίστ και Μπάρτον. Το ίδιο κείμενο παράλληλα είχε δημοσιευτεί και στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία)

Μάνος Χατζιδάκις: Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι

«Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία. Είναι η μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενισχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του.

Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια. Όμως μια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες μη χρήσιμους για το ευτελές παιχνίδι των κομμάτων και της πολιτικής. Κι αποτελεί πολιτική «παράδοση» η πεποίθηση πως τα κτήνη, με κατάλληλη τακτική και αντιμετώπιση, καθοδηγούνται, τιθασεύονται.

Ενώ τα πουλιά… Για τα πουλιά, μόνον οι δολοφόνοι, οι άθλιοι κυνηγοί αρμόζουν, με τις «ευγενικές παντός έθνους παραδόσεις». Κι είναι φορές που το κτήνος πολλαπλασιαζόμενο κάτω από συγκυρίες και με τη μορφή «λαϊκών αιτημάτων και διεκδικήσεων» σχηματίζει φαινόμενα λοιμώδους νόσου που προσβάλλει μεγάλες ανθρώπινες μάζες και επιβάλλει θανατηφόρες επιδημίες.

Πρόσφατη περίπτωση ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μόνο που ο πόλεμος αυτός μας δημιούργησε για ένα διάστημα μιαν αρκετά μεγάλη πλάνη, μιαν ψευδαίσθηση. Πιστέψαμε όλοι μας πως σ’ αυτό τον πόλεμο η Δημοκρατία πολέμησε το φασισμό και τον νίκησε. Σκεφθείτε: η «Δημοκρατία», εμείς με τον Μεταξά κυβερνήτη και σύμμαχο τον Στάλιν, πολεμήσαμε το ναζισμό, σαν ιδεολογία άσχετη από μας τους ίδιους. Και τον… νικήσαμε. Τι ουτοπία και τι θράσος. Αγνοώντας πως απαλλασσόμενοι από την ευθύνη του κτηνώδους μέρους του εαυτού μας και τοποθετώντας το σε μια άλλη εθνότητα υποταγμένη ολοκληρωτικά σ’ αυτό, δεν νικούσαμε κανένα φασισμό αλλά απλώς μιαν άλλη εθνότητα επικίνδυνη που επιθυμούσε να μας υποτάξει.

Ένας πόλεμος σαν τόσους άλλους από επικίνδυνους ανόητους σε άλλους ανόητους, περιστασιακά ακίνδυνους. Και φυσικά όλα τα περί «Ελευθερίας», «Δημοκρατίας», και «λίκνων πνευματικών και μη», για τις απαίδευτες στήλες των εφημερίδων και τους αφελείς αναγνώστες. Ποτέ δεν θα νικήσει η Ελευθερία, αφού τη στηρίζουν και τη μεταφέρουν άνθρωποι, που εννοούν να μεταβιβάζουν τις δικές τους ευθύνες στους άλλους.

(Κάτι σαν την ηθική των γερόντων χριστιανών. Το καλό και το κακό έξω από μας. Στον Χριστό και τον διάβολο. Κι ένας Θεός που συγχωρεί τις αδυναμίες μας εφόσον κι όταν τον θυμηθούμε μες στην ανευθυνότητα του βίου μας. Επιδιώκοντας πάντα να εξασφαλίσουμε τη μετά θάνατον εξακολουθητική παρουσία μας. Αδυνατώντας να συλλάβουμε την έννοια της απουσίας μας. Το ότι μπορεί να υπάρχει ο κόσμος δίχως εμάς και δίχως τον Καντιώτη τον Φλωρίνης).

Δεν θέλω να επεκταθώ. Φοβάμαι πως δεν έχω τα εφόδια για μια θεωρητική ανάπτυξη, ούτε την κατάλληλη γλώσσα για τις απαιτήσεις του όλου θέματος. Όμως το θέμα με καίει. Και πριν πολλά χρόνια επιχείρησα να το αποσαφηνίσω μέσα μου. Σήμερα ξέρω πως διέβλεπα με την ευαισθησία μου τις εξελίξεις και την επανεμφάνιση του τέρατος. Και δεν εννοούσα να συνηθίσω την ολοένα αυξανόμενη παρουσία του. Πάντα εννοώ να τρομάζω.

Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι. Οι μισητοί δολοφόνοι, που βρίσκουν όμως κατανόηση από τις διωκτικές αρχές λόγω μιας περίεργης αλλά όχι και ανεξήγητης συγγενικής ομοιότητος. Που τους έχουν συνηθίσει οι αρχές και οι κυβερνήσεις σαν μια πολιτική προέκτασή τους ή σαν μια επιτρεπτή αντίθεση, δίχως ιδιαίτερη σημασία που να προκαλεί ανησυχία. (Τελευταία διάβασα πως στην Πάτρα, απέναντι στο αστυνομικό τμήμα άνοιξε τα γραφεία του ένα νεοναζιστικό κόμμα. Καμιά ανησυχία ούτε για τους φασίστες, ούτε για τους αστυνομικούς. Ούτε φυσικά για τους περιοίκους).

Ο εθνικισμός είναι κι αυτός νεοναζισμός. Τα κουρεμένα κεφάλια των στρατιωτών, έστω και παρά τη θέλησή τους, ευνοούν την έξοδο της σκέψης και της κρίσης, ώστε να υποτάσσονται και να γίνονται κατάλληλοι για την αποδοχή διαταγών και κατευθύνσεων προς κάποιο θάνατο. Δικόν τους ή των άλλων. Η εμπειρία μου διδάσκει πως η αληθινή σκέψη, ο προβληματισμός οφείλει κάπου να σταματά. Δεν συμφέρει. Γι’ αυτό και σταματώ. Ο ερασιτεχνισμός μου στην επικέντρωση κι ανάπτυξη του θέματος κινδυνεύει να γίνει ευάλωτος από τους εχθρούς. Όμως οφείλω να διακηρύξω το πάθος μου για μια πραγματική κι απρόσκοπτη ανθρώπινη ελευθερία.

Ο φασισμός στις μέρες μας φανερώνεται με δυο μορφές. Ή προκλητικός, με το πρόσχημα αντιδράσεως σε πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα που δεν ευνοούν την περίπτωσή τους ή παθητικός μες στον οποίο κυριαρχεί ο φόβος για ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Ανοχή και παθητικότητα λοιπόν. Κι έτσι εδραιώνεται η πρόκληση. Με την ανοχή των πολλών. Προτιμότερο αργός και σιωπηλός θάνατος από την αντίδραση του ζωντανού και ευαίσθητου οργανισμού που περιέχουμε.

Το φάντασμα του κτήνους παρουσιάζεται ιδιαιτέρως έντονα στους νέους. Εκεί επιδρά και το marketing. Η επιρροή από τα Μ.Μ.Ε. ενός τρόπου ζωής που ευνοεί το εμπόριο. Κι όπως η εμπορία ναρκωτικών ευνοεί τη διάδοσή τους στους νέους, έτσι και η μουσική, οι ιδέες, ο χορός και όσα σχετίζονται με τον τρόπο ζωής τους έχουν δημιουργήσει βιομηχανία και τεράστια κι αφάνταστα οικονομικά ενδιαφέρονται.

Και μη βρίσκοντας αντίσταση από μια στέρεη παιδεία όλα αυτά δημιουργούν ένα κατάλληλο έδαφος για να ανθίσει ο εγωκεντρισμός η εγωπάθεια, η κενότητα και φυσικά κάθε κτηνώδες ένστιχτο στο εσωτερικό τους. Προσέξτε το χορό τους με τις ομοιόμορφες στρατιωτικές κινήσεις, μακρά από κάθε διάθεση επαφής και επικοινωνίας. Το τραγούδι τους με τις συνθηματικές επαναλαμβανόμενες λέξεις, η απουσία του βιβλίου και της σκέψης από τη συμπεριφορά τους και ο στόχος για μια άνετη σταδιοδρομία κέρδους και εύκολης επιτυχίας.

Βιώνουμε μέρα με τη μέρα περισσότερο το τμήμα του εαυτού μας – που ή φοβάται ή δεν σκέφτεται, επιδιώκοντας όσο γίνεται περισσότερα οφέλη. Ώσπου να βρεθεί ο κατάλληλος «αρχηγός» που θα ηγηθεί αυτό το κατάπτυστο περιεχόμενό μας. Και τότε θα ‘ναι αργά για ν’ αντιδράσουμε. Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είμαστε εσείς, εμείς και τα παιδιά μας. Δεχόμαστε να ‘μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια.
Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος.

Αξίζει όμως να αναφερθούμε και σε μία προφητική συνέντευξη είχε δώσει στο ραδιόφωνο ο Μάνος Χατζιδάκις το 1989 όπου έβλεπε το μέλλον του τόπου χωρίς ίχνος αισιοδοξίας. Από το σπάνιο βιβλίο της Ορχήστρας των χρωμάτων «Μάνος Χατζιδάκις - ψηφίδες μνήμης», σας παραθέτουμε ένα απόσπασμα της συνέντευξης:

- Ζητούμε να μας πείτε πώς βλέπετε εσείς την κατάσταση της σημερινής κοινωνίας; Πολλοί φρονούν ότι περνά σοβαρή κρίση, ότι απειλείται με ηθική σήψη, ίσως με διάλυση, αφήνοντας μας έξω από τον εκσυγχρονισμό και την πρόοδο. Συμμερίζεστε αυτή την άποψη;

Μ.Χ.: Εγώ δεν θα το έλεγα τόσο τραγικά, ότι μας αφήνει απ’ έξω. Είναι μια μοιραία κατάληξη ενός κόσμου, που προετοιμάστηκε για την εξαφάνισή του. Κι εκεί νομίζω ότι έχει μεγάλο μερίδιο όλος ο μεταπολεμικός κόσμος και ειδικά ο μεταπολεμικός πολιτικός κόσμος. Δεν προετοιμάστηκε το σπάνιο είδος και το πολύ ακριβό, του ελεύθερου πολίτη. Το είδος του ελεύθερου πολίτη δεν προετοιμάστηκε. Γι’ αυτό έγινε και η δικτατορία. Γιατί πότε έγινε η δικτατορία; Το ‘67. Λοιπόν φανταστείτε, αν είχαμε αυτό το είδος του ελεύθερου πολίτη, θα μπορούσε να σταθεί αυτή η κατηγορία ανθρώπων, τόσο ευτελής, έστω και δέκα μέρες μόνο; Δεν θα μπορούσαν να σταθούν ποτέ. Αλλά, βέβαια για σκεφτείτε ότι ο Έλληνας πολίτης όχι μόνο της πόλης αλλά και της επαρχίας, του χωριού, τί είχε ν' αντιμετωπίσει όλα αυτά τα μεταπολεμικά χρόνια; Τον χωροφύλακα, τον εισαγγελέα, τον παπά. Αυτόν δεν τον αντιμετώπιζε και επί δικτατορίας; Ποια ήταν η αλλαγή; Γιατί να ξεσηκωθεί;

-Σήμερα;

ΜΧ: Σήμερα είναι το αποτέλεσμα μιας τέτοιας θητείας.

- Δεν υπάρχουν ελεύθεροι πολίτες σήμερα, κατά τη γνώμη σας;

ΜΧ: Ποιος τους προετοίμασε; Το σχολείο; Ξέρουμε πολύ καλά τι προετοιμάζει το σχολείο. Ο στρατός; Ξέρουμε σε τι ανυποληψία ρίχνει τον νέο Έλληνα πολίτη ο στρατός για να του αφαιρέσει και το τελευταίο ίχνος αξιοπρέπειας από πάνω του. Πόσοι είναι εκείνοι που αντέχουν; Οι 10; Οι 20; Με τις σπουδές φεύγουν έξω και τελειώνει. Ποιοι μένουν εδώ;

- Έτσι όπως το λέτε, είναι σαν να μην υπάρχει ελπίδα.

ΜΧ: Εγώ δεν έχω καμία ελπίδα, παρά αν γίνει κανένα θαύμα. Εγώ δεν πιστεύω ότι έχουμε σήμερα τη δύναμη να επιβιώσουμε.

-Σαν κράτος, θεωρείτε, ή σαν εθνική οντότης;

ΜΧ: Ως εθνική οντότης. Θα μείνουμε λιγάκι σαν νάνοι αλλοτινών καιρών. Και θα το δείτε όταν έρθει η πλήρης ένωση με την Ευρώπη, σε ποια κατάσταση θα βρισκόμαστε. Ποια είναι η υποδομή, για να υπάρξουν έστω ένα-δύο χαρακτηριστικά στοιχεία της εθνικότητάς μας;

- Δηλαδή εσείς δεν φρονείτε ότι υπάρχει κάποια ελπίδα, κάποια διέξοδος; Τι θα μπορούσε να γίνει, κατά τη γνώμη σας;

ΜΧ: Τίποτα. Η πλήρης εξαφάνισή μας. Και θα γίνει. Είμαι βέβαιος.