Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Homo Sarcophilus (ΑΠΟ ΤΟ BLOG sanejoker.blogspot)


Ο διάβολος της Τασμανίας (sarcophilus harrisii) είναι το μεγαλύτερο σαρκοφάγο μαρσιποφόρο –μετά την εξαφάνιση, το 1936, του μαρσιποφόρου τίγρη της Τασμανίας.

Δεν είναι μεγαλύτερος από ένα μικρό σκύλο, όμως έχει τα πιο δυνατά σαγόνια ανάμεσα στα ζώα της ξηράς. Σαν τις ύαινες μπορεί να σπάσει οποιοδήποτε κόκαλο. Και σαν τις ύαινες είναι σαπροφάγο.

Αν το δεις ήρεμο πιθανότατα θα πιστέψεις ότι είναι ένα γλυκό ζωάκι, το οποίο θα μπορούσες να έχεις και για κατοικίδιο.

Όμως ο διάβολος είναι γνωστός για την αγριότητα του –γι’ αυτό και ενέπνευσε του καρτουνίστες για να φτιάξουν τον Ταζ.

Στην Τασμανία όπου ζει (ένα νησί νότια της Αυστραλίας) δεν έχει εχθρούς, πέρα από τον άνθρωπο. Έτσι μπορούμε να παρατηρήσουμε πόσο άγριος είναι μόνο όταν μοιράζεται το φαΐ με τους «συμπολίτες» του.

Κάθε τους γεύμα μοιάζει με ταινία τρόμου.

Αυτή του η αγριότητα, καθώς και η δολοφονική του ανταγωνιστικότητα, ερμηνεύτηκε μόλις πρόσφατα.

Ο διάβολος της Τασμανίας είναι, όπως προείπαμε, μαρσιποφόρο. Αυτό σημαίνει ότι τα μικρά μεγαλώνουν και θηλάζουν μέσα στο μάρσιπο της μητέρας τους μέχρι να μεγαλώσουν αρκετά για να μπορούν να τραφούν μόνα τους.
Όλα ωραία και καλά ως εδώ. Και τα καγκουρό μεγαλώνουν μέσα σε μάρσιπο.
Υπάρχει όμως μια μεγάλη διαφορά.

Η θηλυκή διαβολίνα γεννάει 20-30 μικρά κάθε φορά. Όμως μέσα στο μάρσιπο υπάρχουν μόλις 4 θηλές!
Όπως καταλαβαίνετε η διαβολίνα δεν ασχολείται με την ανατροφή των παιδιών της και τους καλούς τους τρόπους. Δεν πρόκειται να πει: «Γιωργάκη, εσύ έφαγες το φαγητό σου, άσε και τον αδελφό σου να φάει τώρα.»

Τα μικρά, τυφλά και πεινασμένα, πρέπει να ανταγωνιστούν με τα υπόλοιπα αδέλφια τους για μία από τις 4 θηλές. Όποιος δεν είναι αρκετά δυνατός ή δεν διεκδικεί το μερτικό του απ’ τη ζωή... Απλά πεθαίνει.

Το πιο μακάβριο είναι ότι τα μικρά μέσα στο μάρσιπο επωφελούνται από το θάνατο των αδελφών τους, για λίγες παραπάνω πρωτεΐνες.

Μέσα από το μάρσιπο θα βγουν 3 ή 4 μικρά. Τα πιο δυνατά, τα πιο άγρια, τα πιο αποφασισμένα. Αυτό, δαρβινικά, έχει τεράστια σημασία. Τα τέσσερα που θα επιβιώσουν θα είναι τα πιο ανταγωνιστικά. Οπότε και τα παιδιά τους θα κουβαλάνε τα γονίδια της ανταγωνιστικότητας.

Αν κάποιο γεννηθεί πιο ήρεμο, πιο «φιλειρηνικό», απλά δε θα προλάβει να βγει από το μάρσιπο, οπότε δε θα μεταδώσει τα γονίδια της «φιλειρηνικότητας» στα παιδιά του –και στο είδος του.


Ο διάβολος της Τασμανίας θα μπορούσε να είναι το σύμβολο του ανεξέλεγκτου νεοφιλελευθερισμού, αν οι νεοφιλελεύθεροι είχαν το γνώθι σαυτόν.

Στη σύγχρονη οικονομία θα επιβιώσει μόνο όποια επιχείρηση καταφέρει να «φάει» τους ανταγωνιστές της. Δεν υπάρχουν κανόνες δεοντολογίας.

«Οι νόμοι γράφονται από τους νικητές», παραφράζοντας τον Αδόλφο.

Οι μικροί και αδύναμοι θα καταπατηθούν, ενώ οι μεγάλοι θα τραφούν από το γάλα της Μεγάλης Μητέρας, του Κράτους.

Οι νεοφιλεύθεροι παρουσιάζουν τον κανιβαλισμό ως επίτευγμα: Επιβιώνουν οι πιο ικανοί.

Όμως όποιος μπορεί να δει βλέπει.
Βλέπει ότι ικανότητα σημαίνει διαπλοκή συμφερόντων. Σημαίνει δωροδοκία των ανωτέρων και απόλυτη αδιαφορία για όσους δεν κατέχουν θέσεις εξουσίας. Σημαίνει εκφοβισμός και εκμετάλλευση των μη-ικανών. Σημαίνει καταστρατήγηση κάθε δικαιώματος. Σημαίνει εξόντωση των πολλών (των 26) για να απολαμβάνουν οι λίγοι (οι 4).

Και κοινωνιολογικά το παράδειγμα του διαβόλου της Τασμανίας μπορεί να μας πει πολλά.
Παρατηρήστε πως λειτουργεί το εκπαιδευτικό σύστημα. Τα παιδιά δε μαθαίνουν να συνεργάζονται και να βοηθάνε τους πιο αδύναμους. Ο σκοπός του σχολείου δεν είναι η κοινωνικοποίηση (ότι και να λένε οι εκπαιδευτικοί, οι ψυχολόγοι και οι υπουργοί), αλλά ο ατομικισμός.

Δεν προωθείται η συνεργασία και η αλληλεγγύη, αλλά ο ανταγωνισμός. Δεν κρίνονται ως τάξη, ως ομάδα, αλλά ως άτομα.
Αντί να αναπτύσσουν τις ιδιαίτερες ικανότητες τους μέσα από μια συνολική προσπάθεια και να επαινούνται για αυτό, διδάσκονται πως να πρωτεύουν –προσωπικά.

Ο καλός μαθητής οφείλει να κρύψει το γραπτό του για να μην αντιγράψει ο αδύναμος, αυτό είναι κάτι που το μαθαίνουμε από την πρώτη τάξη του σχολείου.
Αντί να μαθαίνουν να μοιράζονται, μαθαίνουν να επικρατούν, πάση θυσία –προσωπική και συλλογική.

Έτσι, όταν βγαίνουν από το μάρσιπο, δώδεκα χρόνια μετά, είναι έτοιμοι να κανιβαλίσουν. Γιατί ξέρουν ότι το μόνο που έχει σημασία είναι να είσαι νικητής. Χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς και δευτερογνωμίες.
Οι νικητές επιβιώνουν, οι χαμένοι τρώγονται.

Σαν ανθρώπινοι διάβολοι της Τασμανίας δείχνουν τα δόντια τους και τις προθέσεις τους πάνω από τα πτώματα.
Σαπροφάγοι και ανένδοτοι θα κληροδοτήσουν στα παιδιά τους τα γονίδια της επιθετικότητας. Για να επιβιώσουν και εκείνα –κανιβαλίζοντας με τη σειρά τους.

Ίσως κάποιος που έχει μπερδέψει το δαρβινισμό με τον εθνικοσοσιαλισμό να πιστεύει ότι αυτή είναι η φυσική τάξη: Επιβιώνει ο δυνατότερος.
Όμως αυτή είναι μια γενίκευση που δεν αντικατοπτρίζει το σύνολο της συμπεριφοράς των ειδών.

Για παράδειγμα, στα κοινωνικά έντομα (μυρμήγκια, μέλισσες κλπ) δεν έχει σημασία το άτομο, αλλά η συνεργασία ανάμεσα στα μέλη της ομάδας.

Θα πείτε ότι ο άνθρωπος δεν είναι έντομο. Ας δούμε τότε τον πλησιέστερο, γονιδιακά, συγγενή μας, τον χιμπαντζή-μπονόμπο.

Στις μητρογραμμικές κοινωνίες των μπονόμπο δεν υφίσταται «εγκληματική» συμπεριφορά. Όποια διαφορά ή διένεξη δημιουργηθεί λύνεται με την ασφαλή –και απολαυστική- μέθοδο του έρωτα.
Δε λέμε γενετήσια λειτουργία, γιατί η ποικιλία στις σεξουαλικές τους πρακτικές θα σοκάριζε πολλούς ανθρώπους.
( δείτε παλιότερο κείμενο:   Ο υπερσεξουαλικός πίθηκος)

Γενικά τα πρωτεύοντα δεν είναι βίαια (με εξαίρεση τους χιμπαντζήδες-τρωγλοδύτες). Και δεν είναι καθόλου παράξενο που η «εγκληματικότητα» ανάμεσα σε άτομα του ίδιου είδους και φυλής, αυξάνεται όταν μειώνονται οι τροφικοί πόροι.

Αυτό μπορούμε να το παρατηρήσουμε και στους ανθρώπους, έχοντας ως παράδειγμα τους Έλληνες.
Μέχρι το 2009 η Ελλάδα ήταν στις τελευταίες θέσεις αυτοχειρίας (αυτή είναι μία από τις πιο βίαιες συμπεριφορές, αφού ο αυτόχειρας φτάνει στο σημείο να σκοτώσει τον εαυτό του) και ο ρατσισμός ήταν ήπιος (το οποίο σημαίνει: Εκμεταλλεύομαι τον μετανάστη, αλλά δεν τον σκοτώνω).

Μόλις φάνηκε ότι τελειώνουν τα αποθέματα τροφής (αφού κανείς δεν είχε φροντίσει να υπάρχουν τέτοια) ο κανιβαλισμός έγινε μέρος της ζωής μας.
Και μέρα με τη μέρα, όσο η ανέχεια αυξάνεται, ο Έλληνας γίνεται η πιο έξοχη απόδειξη του αφορισμού του Χομπς: «Homo homini lupus».

Αυτή η λυκανθρωπία δεν είναι ελληνικό ιδίωμα. Με τον ίδιο τρόπο θα αντιδράσουν και οι Ελβετοί ή οι Νορβηγοί, αν ξαφνικά βρεθούν δίχως τα απαραίτητα για το προς το ζην.

Η εγκληματικότητα είναι πολύ μεγαλύτερη στα οικονομικά γκέτο, παρά στα πλούσια προάστια. Πιστεύετε ότι αυτό οφείλεται στη «φύση του ανθρώπου»;

Η πείνα και η αδικία είναι οι ύψιστες μορφές βίας. Και όπως είπαμε σε προηγούμενο κείμενο: «Η βία γεννάει τη βία».

Ήταν ο Μιλ που είχε πει ότι μόνο μέσα από μια ελεύθερη κοινωνία μπορεί να γεννηθεί ένας ελεύθερος άνθρωπος.
Οι οικονομικοκοινωνικές συνθήκες οδηγούν τον άνθρωπο στο έγκλημα, αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να το μαθαίνουμε από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού –αντί να μαθαίνουμε πως να πρωτεύουμε.

Αν πάρεις ένα σκύλο και τον μεγαλώσεις δεμένο, ενώ του ρίχνεις και λίγο ξύλο για να αγριέψει, τότε σίγουρα θα αποκτήσεις έναν πολύ καλό φύλακα. Αλλά καλύτερα να προσέχεις όταν τον πλησιάζεις, γιατί κάποια μέρα θα δαγκώσει κι εσένα.

Ο άνθρωπος που μεγαλώνει ανελεύθερος, αλυσοδεμένος και πεινασμένος, κάποια στιγμή θα δαγκώσει: Το αφεντικό του, έναν ξένο, τον εαυτό του.

Ο άνθρωπος που μεγαλώνει σε μια ελεύθερη κοινωνία θα γίνει ελεύθερος. Θα μάθει να σκέφτεται, να σέβεται, να συνεργάζεται, να υποστηρίζει, να υπερασπίζεται.

Και φυσικά εκεί έρχεται η απαραίτητη αντίρρηση: Η κότα δεν έκανε το αυγό ή το αυγό δεν έκανε την κότα;

Την ελεύθερη κοινωνία θα την σχηματίσουν ελεύθεροι άνθρωποι. Και πως μπορεί να δημιουργηθεί μια τέτοια κοινωνία –η οποία θα γαλουχήσει τους ανθρώπους με ελευθερία- όταν δεν υπάρχει ελευθερία;

Σπαζοκεφαλιά για δυνατούς λύτες...

Και θα ήμουν ψεύτης αν ισχυριζόμουν ότι έχω κάποια απάντηση.
«Κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν. Για το αδύνατο θα πρέπει να περιμένετε λιγάκι ακόμα», είπε κάποιος, κάποτε.

Μέχρι να συμβεί αυτό το «αδύνατο» θα πρέπει να αλλάξουμε όνομα για το είδος μας και από homo sapiens (αφού η σοφία στον άνθρωπο είναι πιο σπάνια από τις πορείες αλληλεγγύης στους διαβόλους της Τασμανίας) να ονομαστούμεhomo sarcophilus.

Αυτή θα ήταν μια καλή αρχή για να προσεγγίσουμε το αδύνατο: Να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε ποιοι είμαστε... Και γιατί είμαστε έτσι.

Αυτή ίσως είναι η καλύτερη αρχή: Να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε... Ελεύθερα.

Γιατί «επανάσταση είναι οι σκέψεις που έγιναν πράξεις.»

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

 Κατεβαστε εντελώς δωρεαν και διαβαστε το προφητικο βιβλιο 1984 του ΤΖΟΡΤΖ ΟΡΓΟΥΕΛ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ.

Καντε COPY το link και paste στο browser σας.

http://www.megafileupload.com/en/file/393979/24614839-----------------------------1984-pdf.html

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013



Γιάννης Μακριδάκης

Επέστρεψα στο χωριό. Δυο μέρες στην εορταστική Αθήνα ήταν αρκετές για να μου υπενθυμίσουν τι πα να πει κατάθλιψη. Έφυγα τρέχοντας κι ελπίζω να στρώσω, να συνέλθω, να γειάνω με το ξημέρωμα της αυριανής μέρας, που θα βγω το χωράφι και στο βουνό.
Τέτοιο βάρος ασήκωτο στο στήθος, τόση θλίψη, είχα να νιώσω πολλά χρόνια. Δεν αντέχεται τόση υποκρισία και τόση ελαφρότητα, όση αντίκρισα γύρω μου στην χριστουγεννιάτικη πρωτεύουσα. Ο Τιτανικός βουλιάζει και οι κυρίες και κύριοι του μεσαίου πατώματος φτιάχνουν τα νύχια τους, κάνουν τα ψώνια τους, κόβουν βόλτες, ετοιμάζουν τα τραπέζια τους, την ίδια στιγμή που στο κάτω πάτωμα υπάρχουν πτώματα και η στάθμη των υδάτων ολοένα ανεβαίνει. Αυτοί απλά ελπίζουν πως κάποιος, ο Σαμαράς πχ, θα βουλώσει την τρύπα και θα σταματήσουν τα νερά να ανεβαίνουν, όσους πνίξανε πνίξανε, τι να κάνουμε, ας είχανε φροντίσει, ας είχανε κάνει τα κουμάντα τους να σωθούνε.
Πολλοί απ’ τους διασκεδαστές κάνουν και την ετήσια φιλανθρωπία τους (ως ανώτεροι του ανθρώπου, είναι φιλάνθρωποι) πετώντας μια σακούλα φαϊ ή κάνα ρούχο στον σωρό που έστησε ο Καμίνης στο Σύνταγμα για να τον προβάλει το τηλεοπτικό δίκτυο που στηρίζει εδώ και χρόνια την εξαθλίωση.
Πριν μερικές δεκαετίες, όταν είχε πένθος ο γείτονας δεν ανοίγαμε ούτε το ραδιόφωνο γιατί ήτανε ντροπή ο άλλος να πενθεί κι εσύ να να διασκεδάζεις. Σήμερα οι Έλληνες στην πλειονότητά τους είναι πλέον ιδιώτες τελειωμένοι και χωρίς καμία πιθανότητα ανάκαμψης. Κανέναν δεν ενδιαφέρει ο πόνος και το πένθος του άλλου. Σε κάθε τετράγωνο της μεγαλούπολης η δυστυχία είναι παρούσα μαζί με την γελοιότητα της δήθεν ευμάρειας, που είτε αδιαφορεί ξεδιάντροπα για την δυστυχία είτε την ελεεί, μέρες που είναι, για να ξεμπερδεύει μια και καλή με όλα.
Και όλα αυτά βεβαίως προδίδουν ξεκάθαρα για ποιον λόγο είμαστε εδώ που είμαστε, για ποιον λόγο ακολουθούμε αυτές τις πολιτικές ξεπουλήματος των πάντων για να σώσουμε τα τομάρια μας και, το χειρότερο, αποδεικνύουν ότι υπάρχει ακόμα αρκετό ανθρώπινο λίπος, για να ξεσκίσουν οι Αγορές. Δεν έχουμε τελειώσει.
Νύχτα λοιπόν και με στήθος βαρύ κι ασήκωτο έφτασα πίσω στο χωριό. Ο Μάρτης με υποδέχτηκε φιλώντας μου τα χέρια, λες κι είναι άνθρωπος κι εγώ φιλάνθρωπος που του δωσα ελεημοσύνη.

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

Γειά σου ρε Έλληνα



Γειά σου ρε Έλληνα. Πάλι για τα φράγκα σου φωνάζεις…

Στάσου για λίγο στα κράσπεδα της δικής μας ζωής. Της κοινής. Της τετριμμένης. Της περαστικής. Της ζωής που ξεδιπλώνεται πλησίστια ανάμεσα στις αποφάσεις και τις πράξεις ενός φευγαλέου «ένθεν» και τις προσδοκίες και τα όνειρα ενός μακρινού «εκείθεν». Απλησίαστου τις περισσότερες φορές, μιας και ο πήχυς πάντα μπαίνει λίγο ψηλότερα από το ύψος που μπορεί να αντέξει, αλλά συνάμα τόσο αναγκαίου. Για να ορίζει το μέτρο, το οποίο με τη σειρά του μας ορίζει. Της ζωής όπου περνάμε όλοι μας τις περισσότερες στιγμές μας με το να στιβάζουμε πρόχειρα ανωφελείς συνήθειες, να καταστρώνουμε περίτεχνους κριούς για να αλώσουμε το θαυμασμό των γύρω, να μεγαλώνουμε τους «κατ´ εικόνα» απογόνους μας και να μοιρολογούμε τους «καθ´ ομοίωσιν» προγόνους, να λογαριάζουμε ανεξόφλητους λογαριασμούς και να ξοφλάμε ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις. Εκεί, όπου οι λεπτοδείκτες της ζωής, μας σπρώχνουν δίχως βιάση στους ακροτελεύτιους στίχους μας.
Και εμείς εκεί. Να προσμένουμε την εκπλήρωση των υψηλών μας στόχων με τασυμπαρομαρτούντα εύγε και να χάνουμε το σήμερα, με τις πληθωρικές στιγμές του. Εκεί, όπου τα μεσημέρια μας κατάντησαν διαλείμματα ανάμεσα σε τρέχουσες ανάγκες. Να σπουδάσω. Να εργαστώ. Να διοριστώ. Να αυξήσω το μισθό μου. Να αγοράσω. Να μεγαλώσω τα παιδιά μου. Να εξασφαλίσω το μέλλον τους. Να μισθοδοτήσω τα γηρατειά μου. Α, να μην ξεχάσω φεύγοντας να πάρω και τα φάρμακά μου. Αυτά δεν τα υπολόγισα. Βάλτα και αυτά στον λογαριασμό των οικείων μας ρημάτων. Των κοινών. Των τετριμμένων. Των περαστικών.
Για τα ρήματα αυτά στηνόμαστε στις κοινές αφετηρίες και για ένα μικρό προβάδισμα στη χρήση τους ξεχυνόμαστε στο αγωνιώδες κατοστάρι. Και στα ακρόστιχα καθώς φτάνουμε, κοιταζόμαστε για λίγο και συνειδητοποιούμε πως γεράσαμε. Όλοι μας το ίδιο. Κοινές ρυτίδες, κοινές αρτηρίες βουλωμένες, κοινές άνοιες, κοινές φαλάκρες. Ένα διαολεμένο κατοστάρι για να πανηγυρίσει το πιο γρήγορο χούφταλο την πρώτη θέση. Και η ζωή; Οι στιγμές της; Άστες αυτές. Ξεχάσαμε να τις βάλουμε στην γκλαμουράτη τσάντα και τώρα πετάμε για τας εξωτικάς Ευρώπας. Στον γυρισμό. Και ο γυρισμός ποτέ δεν έρχεται. Γιατί είμαστε μια ζωή φευγάτοι.
Σαν σταθείς, λοιπόν, εκεί και αντικρύσεις τις ζωές μας από τη χρήσιμη απόσταση του τρίτου προσώπου, του απ´ έξω,  θα συνειδητοποιήσεις τα σφιχτά χρονοδιαγράμματα και θα εξοργιστείς γιατί αυτή τη λιγοστή  συρμαγιά που σου χαρίστηκε, στη σπαταλάνε κάθε τόσο ανόητοι και ανεύθυνοι. Γελωτοποιοί και σαλτιμπάγκοι.  Χρόνος πολύς δεν σου απέμεινε και έχεις κουραστεί να κουνάς το δάχτυλό σου στον απέναντι για τις επιλογές του. Γιατί και αυτός το ίδιο κάνει. Όλοι σας, πανάθεμά σας, πάνω σε εισαγόμενες ιδέες κάθεστε. Και οι ιδέες, αυτές οι πόρνες του ορθού του λόγου , μάθανε να πηγαίνουνε με όποιον τις καλοπληρώνει. Μόλις τελειώσουνε το ηδονικό τους έργο αρπάζουν βιαστικά την αμοιβή και συγυρίζουν το ψεύτικο χαμόγελο, έτοιμο για τον επόμενο πελάτη. Δεν κακολογώ τις ιδέες. Κακολογώ την εμμονή τους.Το στριμμένο τους κεφάλι. Το σώνει και καλά να χωρέσουνε παντού και να έχουνε σε όλες τις κοινωνιες των ανθρώπων την ίδια πάντα γνώμη.
«Τι πρόβλημα έχετε οι Έλληνες; Ύφεση; Μισό λεπτό. Την έχω στο τσεπάκι μου τη λύση. Χαμήλωμα των φορολογικών συντελεστών». «Μα, αν τους χαμηλώσω θα αυξήσω την κατανάλωση και αυτό θα επιδεινώσει το εμπορικό μου ισοζύγιο». «Κατάλαβα, κατάλαβα πολίτες χαλασμένοι. Αστο, σου έχω καλύτερη λύση. Μισθοί πείνας στον ιδιωτικό τομέα. Να τσακίσουμε την κατανάλωση και να αλλάξει το παραγωγικό σας μοντέλο. Θα πετάξουμε και κάτι ακαταλαβίστικα για τόνωση της ανταγωνιστικότητας και ούτε γάτα ούτε ζημιά». «Μα», ψελίζεις πάλι εσύ, «υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω. Ζωές. Πώς να τσακίσω τους μισθούς δίχως να τσακίσω και δαύτες;» «Αστους να λένε», πετάγεται ο διπλανός «εμένα ακού. Αυτοί από καιρό το έχουν χάσει και δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Μεγάλωσε το κράτος σου και δώσε και αυξήσεις. Ο Κέυνς θα φροντίσει για την ανάπτυξή σου». «Μα», ξαναψελίζεις πάλι εσύ ο έρμος, «αν ρίξω λεφτά σε ένα ΑΕΠ που το 75% του είναι κατανάλωση ζωγραφίζω φαύλους κύκλους». «Ωχ μωρέ αδερφάκι μου. Πολύ το λιβανίζεις». «Μεγάλε, εδώ. Άκου εμένα. Κοινωνικοποίησε τα πάντα. Στο εργατικό προλετάριο βρίσκεται η λύση». Απυηδυσμένος δεν αντέχεις άλλο και ξεσπάς. «Ποιο προλετάριο μωρε . Ένα μάτσο υπαλλήλους γραφείων έχω και μερικούς συνταξιούχους. Που να το βρώ το εργατικό προλετάριο για να μου φτιάξουν τις χίμαιρές σας;»
Στο διάολο, λοιπόν, οι ιδέες σας. Στο διάολο οι καλογραμμωμένοι σας κομμουνισμοί απ´ την πολύ γυμναστική, οι στενοκέφαλοι και ανεπίδεκτοι μαθήσεως καπιταλισμοί σας και οι ανεκπλήρωτοι σοσιαλισμοί των εφηβικών σας χρόνων. Στο διάολο οι έτοιμες οι συνταγές  και τα προκάτ μοντέλα. Εδώ είναι Βαλκάνια. Και απ´ τα Βαλκάνια όταν γουστάρουμε κινούμε για να αναστατώσουμε ολάκερο τον κόσμο. Ήρθε ο καιρός να φτιάξουμε μονάχοι μας τη δική μας κοινωνία, που θα έχει ως θεμέλιά της την αλήθεια της κοινής λογικής, την πρωτοκαθεδρία του αυτονόητου και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.
Μια κοινωνία η οποία θα επαναφέρει το δίκαιο στη θέση που του αρμόζει. Που θα φτιάχνει νόμους για να τους τηρεί και όχι για να τους περιφέρει από εφετείο σε εφετείο. Που θα διδάσκει στα σχολεία της το σεβασμό στους νόμους και όχι τις γρήγορες τις συνταγές για το πώς θα γίνουμε φραγκάτοι παπαγάλοι. Που θα διασφαλίζει την ισότητα απέναντι στον νόμο και θα επιβάλλει τις κυρώσεις του ανεξαρτήτως θέσης και τιμής του εναγόμενου και όχι μια κοινωνία που θα ανέχεται το ετεροβαρές της τιμωρίας και θα ανοιγοκλείνει υποκριτικά τα μάτια της ανάλογα με τους μέδιμνους που κουβαλάει ο καθένας μες στις τσέπες του.
Μια κοινωνία η οποία θα σέβεται το δημόσιο χώρο της και η οποία θα προτιμά να λείψουν λίγες θερμίδες παραπάνω από τα μεσημεριανά τραπέζια των παχύσαρκων παιδιών της παρα λίγα δράμια μεγαλοπρέπειας απο τα δημόσια κτίσματά της. Μια κοινωνία που θα μαθαίνει στα βλαστάρια της να περιφρουρούν τα ξύλινα θρανία και τους μεταλλικούς τους μαυροπίνακες και όχι τις πορείες και τις συγκεντρώσεις.
Μια κοινωνία στην οποία κράτος πρόνοιας θα σημαίνει «πάω στον γιατρό για μια ίωση και φεύγω με τη διάγνωση αυτή γραμμένη στο λευκό χαρτί μου και με οδηγίες θεραπείας, ξεκούραση και μπόλικα αφεψήματα από βουνίσιο τσάι». Όχι πάω στο γιατρό με ίωση και φεύγω με διπλή αντιβίωση για πιθανή πνευμονία, με εισπνεόμενο για να ανοίξουν οι ήδη ανοιχτοί μου βρόγχοι, με σιροπάκι για τα πυκνά μου φλέγματα και ένα φασονάκι για το στομάχι μην τυχόν και με πειράξει η αντιβίωση. Μια κοινωνία που το γιατρό αυτό θα τον αποκαλεί δημόσια ηλίθιο και κομπογιαννίτη και όχι μια κοινωνία που θα κρύβεται πίσω από Κουίσλινγκ, Γκαουλάιτερ και Τρόικες προκειμένου να μην εξορθολογιστεί ποτέ η φαρμακευτική της δαπάνη.
Μια κοινωνία η οποία θα είναι περήφανη για τους παραγωγούς της και θα επιλέγει συνειδητά την αγορά των προιόντων τους. Όχι μια κοινωνία που θα τους χτυπάει στην πλάτη με φενακισμένη συγκατάβαση και θα αναρτά στους διαδικτυακούς της τοίχους πολύχρωμες φωτογραφίες με made in greece προτροπές και την αμέσως επόμενη στιγμή θα απλώνει το χέρι της στα αγαθά των ξένων. Αλλα και μια κοινωνία της οποίας οι παραγωγοί θα μάθουν να σέβονται τον καταναλωτή και να βελτιώνουν συνεχώς τα προϊόντα τους. Να πιάνονται χέρι-χέρι, να συνεταιρίζονται και να μεγαλουργούνε.
Μια κοινωνία η οποία δεν θα αναζητά την ποιότητα μονάχα για να της γράφει «Άξιον Εστί» και «Ημερολόγια καταστρώματος» και  να κορδώνεται έπειτα, αυτή η επαρχιώτισα, στις κοσμοπολίτικες αίθουσες των Νόμπελ αλλα μια κοινωνία που θα αναγνωρίζει και θα επιβραβεύει το «άξιον εστί» σε όλες τις πτυχές του δημόσιου βίου της  και θα κόψει την ενοχλητική συνήθεια να μην καταγράφει στα ημερολόγια της τις ξέρες των μετρίων. Που θα αποφασίσει επιτέλους να χαρτογραφήσει τους βυθούς της, ώστε να μάθουμε πόσοι και ποιοι είναι οι μαλάκες!
Μια κοινωνία η οποία θα σέβεται αυτόν που θέλει να ξεχωρίσει και να φτάσει πρώτος στον τερματισμό, αλλά και η οποία θα επιτρέπει στον αλλιώτικο, τον διαφορετικό, τον περίεργο, για τα δικά μας γούστα, να ζήσει δίχως λαχάνιασμα τη δική του ζωή. Και να τη ζήσει με αξιοπρέπεια. Μια κοινωνία η οποία θα μπορεί να κοιτάξει στα μάτια τους χιλιάδες άνεργους των Αθηνών και να τους πεί. Ηρθε ο καιρός της αντίστροφης πορείας. Να γυρίσουμε πίσω. Να επιστρέψουμε στη ρίζα μας.Δεν είναι ντροπή ο γυρισμός. Ντροπή είναι να επιμένεις να ζείς με 500 ευρώ σε ένα ακριβό μπουρδέλο. Σχέδιο έχω. Δημόσια κτήματα έχω. Πάμε….
Μια κοινωνία η οποία δε θα καταδέχεται να ξεχύνεται στους δρόμους μονάχα όταν κάποιοι της κόβουνε τους μισθούς και τις συντάξεις της.
Μια κοινωνία που θα επαναστατεί όταν μέτριοι και ατάλαντοι διδάσκουν στα σχολεία και τα Πανεπιστήμιά της και όταν ο «ανθός της νεολαίας της» αρνείται να εφαρμόσει νόμους του κράτους επειδή του μάθανε γούστο του να είναι το καπέλο του.
Μια κοινωνία που θα ξεμπροστιάζει τον ξεφτιλισμένο δήμαρχο  που φέσωσε το δήμο και απέτυχε να βελτιώσει την καθημερινότητα των δημοτών του.
Μια κοινωνία που θα εξεγείρεται όταν ένας αιρετός διορίζει σύμβουλο τον κολλητό του και ανέχεται επι σειρά ετών την προκλητική μισθοδοσία απρόσκλητων, απ´ το ΑΣΕΠ, τεμπελχανάδων .
Μια κοινωνία που θα τα παίρνει στο κρανίο με όσους συμπολίτες της φωνάζουν να φτιαχτεί αλλού ένας ΧΥΤΑ και την ίδια στιγμή ανέχονται μέσα στα σπίτια τους τα «σκουπίδια» της τηλεόρασης και του διαδικτύου.
Μια κοινωνία που θα κατακλύζει τις πλατείες της και θα διαδηλώνει για τους φοροφυγάδες γείτονές της, τους ανάπηρους αρτιμελείς της συγγενείς και τους επιδοτούμενους αναξιοπαθούντες φίλους της με τους παχυλούς τραπεζικούς λογαριασμούς .
Όχι  μια κοινωνία που θα μυξοκλαίει μια ζωή για τα κομμένα φράγκα. Και σίγουρα όχι μια κοινωνία που θα απορρίπτει μετά βδελυγμίας την ελεύθερη αγορά της χυδαίας ύλης και την ίδια στιγμή θα καταναλώνει βουλιμικά τα προϊόντα και τα δανεικά της και θα αποθεώνει τους ψυχοπονιάρικους μαρξισμούς, αυτούς που αναφώνησαν κάποτε πως τα πάντα είναι οικονομία και πως ο πολιτισμός είναι απλό καθρέφτισμα της χυδαίας ύλης. Εκατέρωθεν χυδαιότητα, λοιπόν!
Εν ολίγοις. Μου απέμειναν άλλα τόσα χρόνια ζωής. Στο περίπου πάντα. Άλλα τριάντα χρόνια για να ζήσω, να αγαπήσω, να γνωρίσω, να διαβάσω, να ταξιδέψω, να αδράξω τις ευκαιρίες μου και να τις κάνω εμπειρίες. Άλλα τριάντα χρόνια για να γνωριστώ με ρήματα αλλιώτικα από εκείνα που συνήθισα να ακούω από τους γύρω μου. Με ενοχλεί μονάχα πως για να τα ζήσω όλα αυτά πρέπει πρώτα να οργιστώ και στη συνέχεια να ακολουθήσω όλη τη γνωστή πεπατημένη της «κρεμμυδοεπανάστασης» του κώλου. Συνωστισμένα πεζοδρόμια, συνθήματα σε ανορθόγραφα πλακάτ, αναπνοές ανθρώπων να μυρίζουν, ανεγκέφαλες αδρεναλίνες, ασφυξιογόνα χημικά και μάτια να δακρύζουν. Και όλα αυτά για να ξεκουμπιστούν οι πισινοί που μπαστακώθηκαν πάνω στην ζωή μου. Και εγώ δε θέλω ούτε τους μεν να ανέχομαι, αλλά ούτε και τους δε να ακολουθήσω. Τον άλλο δρόμο ψάχνω. Γιατί μου απέμειναν άλλα τόσα χρόνια ζωής. Και επιλέγω πια να μην τα σπαταλήσω….
*Ο Τάσος Φούντογλου είναι ειδικευομενος νεφρολογίας